25 Ιανουαρίου 2009

Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΟΣ
Πρωτιές στο διάστημα
O πρώτος δορυφόροςO Sputnik 1 εκτοξεύτηκε στις 4 Oκτωβρίου 1957 από την Σοβιετική Eνωση.
O πρώτος σκύλοςH Leica ταξίδεψε μέσα στον σοβιετικό δορυφόρο Sputnik 2, στις 3 Nοεμβρίου 1957.
O πρώτος αμερικανικός δορυφόροςO Explorer 1 εκτοξεύτηκε στις 31 Iανουαρίου 1958.
O πρώτος σοβιετικός δορυφόροςΟ Luna 1 τέθηκε σε τροχιά γύρω από τη Σελήνη στις 2 Iανουαρίου 1959.
O πρώτος Aμερικανός σε τροχιάO Tζον Γκλεν ήταν ο πρώτος που ταξίδεψε γύρω από τη Γη επί τρεις ημέρες.
H πρώτη γυναίκαH Bαλεντίνα Tερέσκοβα (EΣΣΔ) ταξίδεψε στο Διάστημα στις 16 Iουνίου του 1963.
H πρώτη βόλτα στο ΔιάστημαO Aλεξέι Λεόνοβ (EΣΣΔ) ήταν ο πρώτος που βγήκε από το διαστημόπλοιο και περπάτησε στο διάστημα στις 18 Mαρτίου 1965.
O πρώτος άνθρωπος στο φεγγάριO Nιλ Aρμστρονγκ (HΠA) ήταν ο πρώτος άνθρωπος που πάτησε στη Σελήνη με την αποστολή τού Apollo 11 στις 20 Iουλίου 1969.
O γηραιότερος άνθρωπος στο ΔιάστημαO Tζον Γκλεν (HΠA) σε ηλικία 77 ετών, στις 29 Oκτωβρίου 1998, σε πτήση του διαστημοπλοίου Discovery.

κλικ εδώ για να δείτε καλύτερα όσα περιλαμβάνονται σε μια παρουσίαση για τους πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος και τις σχετικές πληροφορίες γι αυτούς.








12 Ιανουαρίου 2009

ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΟΛΕΜΗΣ
Λύρα. Ανθολογία της νεωτέρας ελληνικής ποιήσεως, υπό Ιωάννου Πολέμη,

Εν Αθήναις, Ελληνική Εκδοτική Εταιρεία 1910, σελ. 328.
Η ανθολογία Λύρα. Ανθολογία της νεωτέρας ελληνικής ποιήσεως, υπό Ιωάννου Πολέμη, Εν Αθήναις, Ελληνική Εκδοτική Εταιρεία 1910, ανατυπώθηκε το 1919, με ασήμαντες διαφορές από την πρώτη έκδοση.[1] Ίσως η επανέκδοσή της μπορεί να θεωρηθεί δείκτης της αναγνωστικής απήχησης που είχε η ανθολογία.

Τα ποσοτικά και ποιοτικά στοιχεία της ανθολογίας
Ο Ιωάννης Πολέμης (1862-1924), θεωρούμενος σήμερα ελάσσων ποιητής της γενιάς του 1880, ήταν, το 1910, στην ηλικία των 48 ετών, ένας από τους καταξιωμένους και ιδιαίτερα αγαπητούς στο αναγνωστικό κοινό της εποχής ποιητές. Μέχρι τότε είχε δημοσιεύσει τις 6 από τις συνολικά 9 ποιητικές συλλογές του (Ποιήματα, 1883· Χειμώνανθοι, 1888· Αλάβαστρα, 1900· Κειμήλια, 1904· Εξωτικά, 1905· Το παληό βιολί, 1909), ένα βιβλίο με ποιήματα για παιδιά (Τα πρώτα βήματα, 1904) και 2 θεατρικά έργα (Ο τραγουδιστής, 1893 και Ο βασιλιάς Ανήλιαγος, 1910).[6] Στο συνταγμένο από τον ίδιο βιογραφικό σημείωμά του στην ανθολογία διαβάζουμε επίσης ότι «συνέθεσε […] τα εξής δράματα: Το Όνειρον, το Εικόνισμα, Στην άκρη του κρεμνού, το Στοίχημα, το Μαγεμένο ποτήρι, Του βίγκας, Ο Πτωχοπρόδρομος» (σ. 258). Συνεπώς η ανθολογία του μπορεί να συνδεθεί με την πρόθεση ενός αναγνωρισμένου ποιητή να επικοινωνήσει με το ευρύ κοινό, συστήνοντάς του τον κανόνα της παλαιότερης και σύγχρονης ελληνικής ποίησης.
Στις 328 σελίδες της ανθολογίας του ο Πολέμης κατατάσσει τους 69 συνολικά ανθολογημένους ποιητές σύμφωνα με τη χρονολογική τους σειρά, επειδή με τον τρόπο αυτό, όπως εξηγεί στο σύντομο και άτιτλο προλογικό σημείωμά του, «ηθελήσαμεν […] να υποδείξωμεν την εξέλιξιν και τας διαφόρους φάσεις της νεωτέρας Ελληνικής ποιήσεως κατά τε την μορφήν του στίχου ως και κατά την μορφήν της φράσεως» (σ. 6). Όπως η, κατά 12 χρόνια μεταγενέστερη, ανθολογία Οι νέοι του Τέλλου Άγρα (1922), έτσι και η ανθολογία του Πολέμη μπορεί να χαρακτηριστεί μια λόγια ανθολογία. Συγκεκριμένα, επιχειρώντας μια γενική σύγκριση ανάμεσα στην ανθολογία του Πολέμη και τις ανθολογίες του 19ου αιώνα αλλά και τις λίγο-πολύ σύγχρονές της ανθολογίες, δηλαδή τις ανθολογίες των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, είναι εύκολο να οδηγηθούμε στη διαπίστωση ότι η ανθολογία του Πολέμη αποτελεί λόγια ανθολογία. Αυτό καταδεικνύεται από γνωρίσματά της όπως το προλογικό σημείωμα του ανθολόγου (αν και άτιτλο και σχετικά μικρής έκτασης), η χρονολογική κατάταξη των ποιητών (και όχι η κατάταξη των ποιημάτων σε θεματικές κατηγορίες), τα συνταγμένα από τον επιμελητή εργοβιογραφικά σημειώματα και οι φωτογραφίες των περισσότερων ποιητών. Μάλιστα το σημείωμα του Πολέμη στο τέλος της ανθολογίας, «Μη δυνηθέντες, παρ' όλας τας προσπαθείας μας, να εύρωμεν τας εικόνας μερικών εκ των ποιητών τών εν τη ανθολογία περιληφθέντων, ηναγκάσθημεν να παραλείψωμεν αυτάς» (σ. 323), φανερώνει τη συστηματική μέριμνά του να πλουτίσει την ανθολογία με στοιχεία πραγματολογικής τεκμηρίωσης, τα οποία μαρτυρούν τον προσωπικό και έντεχνο χαρακτήρα της ανθολογημένης ποίησης. Συνολικά, η λόγια ταυτότητα της ανθολογίας του Πολέμη δείχνει τη γενικότερη ροπή, η οποία χαρακτηρίζει την ποίηση των αρχών του 20ού αιώνα, προς ένα, κατά κύριο λόγο ειδικό, λόγιο κοινό. Αυτή η ροπή θα ενισχύεται ολοένα και περισσότερο στα επόμενα χρόνια.
Με τη χρονολογική κατάταξη των ποιητών ο Πολέμης ακολουθεί το ιστορικό ανάπτυγμα της ελληνικής ποίησης σε διάστημα λίγο μεγαλύτερο του ενός αιώνα, από τα τέλη του 18ου αιώνα μέχρι την εποχή του. Προκειμένου να φανούν οι προτιμήσεις του Πολέμη σε ό,τι σήμερα ονομάζουμε νεότερη ποιητική παράδοση, είναι σκόπιμο να χωρίσουμε τους ανθολογημένους ποιητές σε ομάδες, ακολουθώντας την, λίγο-πολύ ισχύουσα έως σήμερα, ιστορικογραμματολογική κατάταξη της ποίησης από το τέλος του 18ου μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Με αυτό το σκεπτικό, στην ανθολογία του Πολέμη μπορούμε να διακρίνουμε τις εξής ομάδες: α) οι πρόδρομοι, β) οι Επτανήσιοι ποιητές του 19ου αιώνα (Επτανησιακή Σχολή), γ) οι Αθηναίοι ποιητές του 19ου αιώνα (Πρώτη ή παλαιά αθηναϊκή σχολή), δ) οι ποιητές της γενιάς του 1880, αλλά και άμεσοι επίγονοί της. Για την κάθε ομάδα ποιητών καταγράφονται ο αριθμός των ποιητών, ο αριθμός των ανθολογημένων ποιημάτων και ο αριθμός των σελίδων που αυτά καταλαμβάνουν. Για τον κάθε ποιητή καταγράφεται ο αριθμός των ανθολογημένων ποιημάτων του. Σε κάθε ομάδα οι ποιητές κατατάχθηκαν σύμφωνα με τη χρονολογία γέννησής τους.

3 Ιανουαρίου 2009

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο και Αγιος των γραμμάτων μας χαρακτηριζόμενος, γεννήθηκε στη Σκιάθο στις 4 Μαρτίου του 1851. Τέσσερις αδελφές κι ένας αδελφός θα είναι η μόνη περιουσία που θα κληρονομήσει από την φτωχή οικογένειά του. Με την αγωνία της Παιδείας ο ίδιος, αν και χωρίς τα μέσα να προχωρήσει, με δυσκολία θα τελειώσει το σχολείο, κι αμέσως μετά, το 1872, θα φύγει για το Αγιον Ορος μαζί με τον φίλο του Νικόλαο Διανέλο, αργότερα μοναχό Νήφωνα. Ο Παπαδιαμάντης μετά λίγους μήνες θα επιστρέψει στον κόσμο: δεν θεώρησε τον εαυτό του άξιο για το Σχήμα. Με την επιστροφή του, εγγράφεται στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία ποτέ δεν θα αποφοιτήσει. Βγάζει τα προς το ζην του πενιχρού υλικά βίου του προγυμνάζοντας μαθητές. Μόνος του θα μάθει αγγλικά και γαλλικά στα πρώτα χρόνια των σπουδών του. Φίλος και σύντροφός του σ' αυτά τα χρόνια ο λογοτέχνης εξάδελφός του Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, αργότερα μοναχός. Ο Μωραϊτίδης θα τον φέρει σε επαφή με λογοτεχνικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους της εποχής, κι ο Παπαδιαμάντης θ' αρχίσει να βλέπει τα έργα του να δημοσιεύονται στον ''Ραμπαγά'', στον ''Νεολόγο'' της Κωνσταντινούπολης, στο ''Μη Χάνεσαι'' και στις εφημερίδες ''Εφημερίς'' και ''Ακρόπολις''. Γρήγορα οι συνεργασίες του με περιοδικά και εφημερίδες θα αυξηθούν, αλλά, βιοποριστικό του επάγγελμα θα γίνει η δημοσιογραφία κι οι μεταφράσεις. Οι προοπτικές φαίνονται μεγάλες για μια επιτυχή δημοσιογραφική και λογοτεχνική πορεία στην Πρωτεύουσα, όμως αυτό δεν συγκινεί τον ''κοσμοκαλόγερο'', τον μοναχικό και ταπεινό Παπαδιαμάντη. Οι μόνες ώρες που φαίνεται να χαίρεται στην Αθήνα είναι εκείνες που περνάει με τους απλούς καθημερινούς λαϊκούς ανθρώπους, κι εκείνες που ψάλλει στον Αγιο Ελισσαίο στο Μοναστηράκι. Δεξιός ψάλτης ο Παπαδιαμάντης, αριστερός ο Μωραϊτίδης, κι ιερέας ο προσφάτως αγιοποιηθείς Αγ. Νικόλαος Πλανάς, ο βιώσας την Ταπείνωση. Πέρα από την δυσκολία του να προσαρμοστεί στην πρωτεύουσα, παθαίνει και ρευματισμούς στα χέρια , με αποτέλεσμα να μην μπορεί να συνεχίσει τη δημοσιογραφική του εργασία. Χωρίς κανέναν οικονομικό πόρο θα επιστρέψει στη Σκιάθο όπου, άρρωστος, θα αφεθεί για λίγο στις φροντίδες των αδελφών του. Θα προειδεί τον θάνατό του, και την δυσκαταποσία των τελευταίων ωρών του, και θα ζητήσει να τον κοινωνήσει ο ιερέας της ενορίας του δύο μέρες πριν. Κοιμήθηκε στις 3 Ιανουαρίου του 1911.

2. ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ
Το έργο του Παπαδιαμάντη μόλις πρόσφατα συγκεντρώθηκε ολόκληρο , χάρη στο μεράκι, την αγάπη και την κοπιώδη προσπάθεια του γνωστού Παπαδιαμαντιστή μας Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου, και του φιλολόγου Κου Μαυρόπουλου, ο οποίος ίδρυσε, μάλιστα, εκδοτικό Οίκο, τον Δόμο, ακριβώς για να φιλοξενήσει αυτή την προσπάθεια. Η συγκέντρωση του, διασκορπισμένου σε εφημερίδες και περιοδικά, έργου του, κράτησε χρόνια, όμως τα Απαντα του Παπαδιαμάντη είναι πιά μια πραγματικότητα, κι οι εκδόσεις Δόμος μπορούν να υπερηφανεύονται για τη σημαντικότατη αυτή κορωνίδα των . Παρ' όλη όμως την - μέχρι πρόσφατα - έλλειψη καταγραφής του έργου του, μυθιστορήματα και διηγήματα του Παπαδιαμάντη αποτελούσαν κι αποτελούν εκ των ουκ άνευ της παιδείας των Ελληνοπαίδων. Τα Χριστουγεννιάτικα διηγήματά του, ο Αμερικάνος,το Στο Χριστό στο Κάστρο,τα Πασχαλινά, ο Λαμπριάτικος ψάλτης, το Χωρίς στεφάνι, τα καταπληκτικά ψυχογραφικά μυθιστορήματά του σαν την Φόνισσα και τη Γυφτοπούλα, παρά την ιδιότυπη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο μέγας ταπεινός δημιουργός τους, έχουν προσφέρει αφειδώλευτα γεύση Ελλάδας σε όλους όσους στάθηκαν αρκετά τυχεροί ώστε να τον ''συναντήσουν'' στο δρόμο τους.

19 Δεκεμβρίου 2008


Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης απηύθυνε στη Πνύκα, τον πιο κάτω λόγο προς τους νέους του Α' Γυμνασίου της Αθήνας:

Παιδιά μου! Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος και προ αυτού και ύστερα απ' αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ' αυτά να κάμωμε συμπερασμούς και δια την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. Και δια τους παλαιούς Έλληνας, οποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, οποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, δια ταύτα σας λέγουν καθ' ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των. Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους οποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφού ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιό του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους, αλλ' απλούς ανθρώπους, χωρικούς καί ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητες και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμη τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν. Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι καί τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, δια να αλλάξη ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ' εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον ένα έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ (αντιβασιλέα), έναν πατριάρχη και του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες (προεστοί) εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξη, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέρνοντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμερα χειρότερα, διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές οπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Καί τοιουτοτρόπως κάθε ήμερα ο λαός ελίγνευε καί επτώχαινε. Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν η Εταιρεία. Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε: "πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα", αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση. Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Kωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν άρμάδα. Aλλά δεν εβάσταξε!. Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τι να κάμομε; Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Και όταν έλεγες τον Κώστα να δώσει χρήματα διά τας ανάγκας του έθνους ή να υπάγει εις τον πόλεμο, τούτος επρόβαλλε τον Γιάννη. Και μ' αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε ούτε να συνδράμει ούτε να πολεμήσει. Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε ένα αρχηγό και μίαν κεφαλή. Αλλά ένας έμπαινε πρόεδρος έξι μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο και ο άλλος το άλλο. Ίσως όλοι ηθέλαμε το καλό, πλην καθένας κατά την γνώμη του. Όταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ το σπίτι δεν χτίζεται ούτε τελειώνει. Ο ένας λέγει ότι η πόρτα πρέπει να βλέπει εις το ανατολικό μέρος, ο άλλος εις το αντικρινό και ο άλλος εις τον βορέα, σαν να ήτον το σπίτι εις τον αραμπά και να γυρίζει, καθώς λέγει ο καθένας. Με τούτο τον τρόπο δεν κτίζεται ποτέ το σπίτι, αλλά πρέπει να είναι ένας αρχιτέκτων, οπού να προστάζει πως θα γενεί. Παρομοίως και ημείς εχρειαζόμεθα έναν αρχηγό και έναν αρχιτέκτονα, όστις να προστάζει και οι άλλοι να υπακούουν και να ακολουθούν. Αλλ' επειδή είμεθα εις τέτοια κατάσταση, εξ αιτίας της διχόνοιας, μας έπεσε η Τουρκιά επάνω μας και κοντέψαμε να χαθούμε, και εις τους στερνούς επτά χρόνους δεν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα. Εις αυτή την κατάσταση έρχεται ο βασιλεύς, τα πράγματα ησυχάζουν και το εμπόριο και ή γεωργία και οι τέχνες αρχίζουν να προοδεύουν και μάλιστα ή παιδεία. Αυτή η μάθησις θα μας αυξήσει και θα μας ευτυχήσει. Αλλά διά να αυξήσομεν, χρειάζεται και η στερέωσις της πολιτείας μας, η όποία γίνεται με την καλλιέργεια και με την υποστήριξη του Θρόνου. Ο βασιλεύς μας είναι νέος και συμμορφώνεται με τον τόπο μας, δεν είναι προσωρινός, αλλ' η βασιλεία του είναι διαδοχική και θα περάσει εις τα παιδιά των παιδιών του και με αυτόν κι εσείς και τα παιδιά σας θα ζήσετε. Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος. Όλα τα έθνη του κόσμου έχουν και φυλάττουν μια Θρησκεία. Και αυτοί, οι Εβραίοι, οι όποίοι κατατρέχοντο και μισούντο και από όλα τα έθνη, μένουν σταθεροί εις την πίστη τους. Να μην έχετε πολυτέλεια, να μην πηγαίνετε εις τους καφενέδες και τα μπιλιάρδα. Να δοθείτε εις τας σπουδάς σας και καλύτερα να κοπιάσετε ολίγον, δύο και τρεις χρόνους και να ζήσετε ελεύθεροι εις το επίλοιπο της ζωής σας, παρά να περάσετε τέσσαρους - πέντε χρόνους τη νεότητά σας, και να μείνετε αγράμματοι. Να σκλαβωθείτε εις τα γράμματα σας. Να ακούετε τας συμβουλάς των διδασκάλων και γεροντοτέρων, και κατά την παροιμία, "μύρια ήξευρε και χίλια μάθαινε". Η προκοπή σας και ή μάθησή σας να μην γίνει σκεπάρνι μόνο διά το άτομό σας, αλλά να κοιτάζει το καλό της κοινότητος, και μέσα εις το καλό αυτό ευρίσκεται και το δικό σας. Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ' ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ήμερα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε• και, δια να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του Θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία. Τελειώνω το λόγο μου. Ζήτω ο Βασιλεύς μας Όθων! Ζήτω οι σοφοί διδάσκαλοι! Ζήτω η Ελληνική Νεολαία! Πνύκα 8 Οκτωβρίου 1838 Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ο Αιών στις 13 Νοεμβρίου 1838)

6 Δεκεμβρίου 2008

ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
ΑΤΜΟΚΙΝΗΣΗ
Το όραμα όλων των τεχνικών και ερευνητών για κατασκευή αυτοκινούμενου «μικρού» οχήματος ήταν ισχυρό, τα διαθέσιμα τεχνικά μέσα ήταν όμως ανεπαρκή. Ήδη κατά το Μεσαίωνα παρουσιάστηκαν οχήματα, των οποίων τους τροχούς κινούσε ένας ανεμόμυλος, άλλοι σκέφτηκαν να «αξιοποιήσουν» τη μυϊκή δύναμη των ανθρώπων, δηλαδή των δούλων. Ο Leonardo da Vinci σχεδίασε επίσης ένα όχημα, το ποίο θα κινούσε με μοχλούς ο οδηγός του, ίσως και κάποιος βοηθός. Ο άνθρωπος μπορεί να διαθέσει όμως με το σώμα του μια σταθερή ισχύ της τάξης των 70 W, η οποία είναι ανεπαρκής για να διατηρηθεί σε κίνηση για μακρύ χρονικό διάστημα και με αξιόλογη ταχύτητα ένα τετράτροχο όχημα με επιβάτη. Δεν ήταν λοιπόν δυνατή η κατασκευή αυτοκινούμενου οχήματος, αν δεν υπήρχε κατάλληλη κινητήρια μηχανή! Ο Νεύτων είχε σχεδιάσει επίσης ένα ατμοκινούμενο βαγόνι (steam carriage), του οποίου η λειτουργία θα στηριζόταν στην αρχή της ατμοώθησης. Στις σημειώσεις που βρέθηκαν μετά το θάνατό του υπήρχαν όμως μόνο σκίτσα και πουθενά περιγραφές και υπολογισμοί. Σίγουρα δεν έγινε ποτέ κάποια σχετική κατασκευή!
Πρώτη κατασκευή τέτοιου είδους που λειτούργησε, ήταν ένας αυτοκινούμενος κιλλίβαντας πυροβόλου που ανέθεσε το έτος 1764 ο γαλλικός στρατός στον Nicolas Joseph Cugnot (Κουνιό, 1725-1804). Ο Κουνιό προσπάθησε να περιορίσει το μέγεθος της ατμομηχανής που χρησιμοποιείτο ήδη σε βιομηχανίες και ορυχεία και πέτυχε να κατασκευάσει ένα αυτοκινούμενο «τέρας», το οποίο ανέπτυσσε μέγιστη ταχύτητα περί τα 4,5 km/h και απαιτούσε να ανεφοδιάζεται με νερό περίπου ανά δωδεκάλεπτο! Ο θόρυβος και η καπνιά που εξέπεμπε αυτή η μηχανική χελώνα πρέπει να διασκέδαζε πολύ τους κατοίκους του Παρισιού, οι οποίοι έβλεπαν όμως το πρώτο αυτοκινούμενο όχημα στην ιστορία! Τον Απρίλιο του 1770 οδήγησε ο Κουνιό το όχημά του από το Παρίσι στο Βενσέν, με μέση ταχύτητα 4 km/h.

29 Νοεμβρίου 2008


ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Ο Γιώργος Σεφέρης γεννήθηκε στις 29 Φεβρουαρίου (ή 13 Μαρτίου) του 1900 στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας. Ο πατέρας του ήταν καθηγητής της Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έζησε τα παιδικά του χρόνια στη Σμύρνη. Το 1914 ο Σεφέρης αρχίζει να γράφει τους πρώτους στίχους του. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, με την αρχή του παγκόσμιου πολέμου η οικογένειά του έρχεται στην Αθήνα. Το 1918 ο Σεφέρης πηγαίνει στο Παρίσι για να σπουδάσει νομικά. Εκεί μέχρι το 1924, που θα πάρει το πτυχίο του, θα ζήσει το πνεύμα των νέων καιρών: Πικάσο, Απολλιναίρ, Μπρετόν, Πικάμπια, Ναγκίλεφ είναι οι ήρωες των καινούριων προσπαθειών στην Τέχνη. Αυτή την πνευματική ευφορία ο Σεφέρης τη ζει έντονα, γράφει και διαβάζει πολύ. Όμως θα τον πλήξει ανεπανόρθωτα στην ψυχή του η συμφορά του τόπου του: η Καταστροφή του '22, η προσφυγιά, οι για πάντα «χαμένες πατρίδες». Το χτύπημα αυτό θα αφήσει για πάντα τα σημάδια στη βαρύθυμη ποίησή του. Το 1926 διορίζεται ακόλουθος στο υπουργείο Εξωτερικών. Μπαίνοντας έτσι στο Διπλωματικό Σώμα θα σφραγιστεί και μ' αυτό το στοιχείο η ποίησή του. Σε μέρη μακρινά από την Ελλάδα θα τη ζει σαν υλική απουσία αγαπημένου προσώπου και η νοσταλγία θα τον κατακλύζει. Το 1931 εκδίδει μια συλλογή ποιημάτων με τίτλο Στροφή, που θα είναι πράγματι μια στροφή για τη νεοελληνική ποίηση. Στα ποιήματα αυτά ο Σεφέρης δεν πιθηκίζει τα ξένα λογοτεχνικά ρεύματα, αλλά σκύβει στις ρίζες του, στην ελληνική ποιητική παράδοση, που κυρίως για το Σεφέρη είναι το δημοτικό τραγούδι, ο Ερωτόκριτος, ο Σολωμός, ο Παλαμάς, Ο Μακρυγιάννης, ο Καβάφης. Την παράδοση αυτή συνταιριάζει με την παγκόσμια ελεύθερη ποιητική έκφραση του καιρού του, για να τραγουδήσει και να κλάψει με απλά, καθημερινά και καθάρια λόγια, με νοήματα πυκνά, μεστά και αληθινά τα προαιώνια βάσανα και τις ελπίδες του τόπου του και γενικότερα του κάθε Ανθρώπου, που πονάει πάνω στη Γη. Στο χώρο της νεοελληνικής ποίησης άλλαξαν με τη στροφή τα πάντα. Ελύτης, Ρίτσος και Γκάτσος θα ακολουθήσουν. Μέχρι το 1934 θα μείνει ο Σεφέρης ως διευθυντής στο Γενικό Προξενείο Λονδίνου. Το 1932 κυκλοφορεί η Στέρνα. Εδώ τα ποιήματα του Σεφέρη εκφράζουν βαθιά αγωνία και πόνο. Το 1934 επιστρέφει στην Αθήνα και το 1935 αρχίζει τη συνεργασία του στα Νέα Γράμματα (λογοτεχνικό περιοδικό), όπου εκδίδει επίσημα τη Στέρνα. Το 1935 ο Σεφέρης εκδίδει το Μυθιστόρημα. Τον Αύγουστο 1936 γίνεται η δικτατορία του Μεταξά. Το 1937 ο Σεφέρης δημοσιεύει στα Νέα Γράμματα επιστολή σχετικά με τον καθορισμό της δημοτικής. Το 1940 δημοσιεύεται το Ημερολόγιο Καταστρώματος Α' στα Νέα Γράμματα λογοκριμένο όμως από τη Δικτατορία. Είναι γεμάτο από βαρυθυμία και αγωνία. Το Μάρτιο του 1940 εκδίδει το Τετράδιο Γυμνασμάτων, μια συλλογή με υψηλής ποιότητας ποιήματα. Στο μεταξύ ο πόλεμος φτάνει. Η ιταλική επίθεση. Μετά η Γερμανική. Το 1941 γίνεται ο γάμος του με τη Μαρία Ζάννου. Στις 22 Απριλίου το ζεύγος Σεφέρη ακολουθεί την Ελληνική κυβέρνηση στην Κρήτη, μετά στην Αφρική. 1944 εκδίδει ο Σεφέρης στο Κάιρο τις Δοκιμές του, που είναι διάφορα φιλολογικά κείμενα μεγάλης αξίας. Τον ίδιο χρόνο εκδίδει στην Αλεξάνδρεια το Ημερολόγιο Καταστρώματος Β', ποιήματα που παρουσιάζουν την ονειρική ανάμνηση της μακρινής Ελλάδας. Το 1945 με την απελευθέρωση γυρίζει στην Ελλάδα και γίνεται διευθυντής του Πολιτικού Γραφείου του Αντιβασιλέα, Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού ως το 1946. Γίνεται σύμβουλος στο Εθνικό Θέατρο. Το 1947 του απονέμεται το Έπαθλο Παλαμά. Τον ίδιο χρόνο δημοσιεύει την Κίχλη (ο τίτλος του ποιήματος προήλθε από ένα πλοίο που βυθίστηκε ανοιχτά του Πόρου στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο), που είναι γεμάτη απαισιοδοξία, γιατί η Ελλάδα, αν και ελεύθερη, δεν παύει να αιμορροεί. Είναι οι επεμβάσεις των ξένων και ο εμφύλιος πόλεμος. Ο ποιητής εδώ μίλησε για το σπαραγμό του τόπου από τα δεινά του πολέμου. Αυτό το ποίημα έδωσε το Νόμπελ στο Σεφέρη.Στην ομιλία του στη Στοκχόλμη, στις 10 Δεκεμβρίου, ο μεγάλος ποιητής είπε, ανάμεσα στα άλλα: «... Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται κάθε τι ζωντανό αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης, είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά, κανόνας της είναι η δικαιοσύνη. ...» Το 1948 ο Σεφέρης διορίζεται σύμβουλος στην πρεσβεία της Άγκυρας και μένει εκεί μέχρι το 1950. Το 1949 δημοσιεύεται στην Αθήνα, Η Έρημη Χώρα του Θ. Σ. Έλιοτ, που είναι μεταφρασμένη και προλογισμένη από το Σεφέρη. Το 1951 μετατίθεται ως σύμβουλος στην Πρεσβεία του Λονδίνου. Το 1952 διορίζεται πρεσβευτής στο Λίβανο. Από κει κάνει ταξίδια στην Κύπρο, για την οποία αργότερα γράφει τη σειρά ποιημάτων Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ', που εκδίδει το 1955. Την ίδια χρονιά διορίζεται πρεσβευτής στο Λονδίνο, όπου μένει μέχρι το 1962. Το 1960 το πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ του δίνει τον τίτλο του επίτιμου διδάκτορα της Φιλολογίας. Το 1962 επιστρέφει οριστικά στην Ελλάδα και αποσύρεται από το Υπουργείο Εξωτερικών. Στις 10 Δεκεμβρίου 1963 του απονέμεται (πρώτη φορά σε Έλληνα) το βραβείο Νόμπελ. Ήδη από το 1956 το "Figaro Litteraire" έγραψε ότι ο Γιώργος Σεφέρης έχει πολλές πιθανότητες να κερδίσει το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Το 1964 γίνεται ο Σεφέρης επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Το 1966 εκδίδει τα Τα τρία κρυφά ποιήματα, ένα έργο αινιγματικό, αλλά βαθύ στα νοήματα και άψογο στη μορφή. Στη δικτατορία (1967-1974) ο Σεφέρης εκδήλωσε φανερά την ανησυχία του για την κατάσταση στην Ελλάδα με δηλώσεις και με γραφτά του. Το 1971 ο Σεφέρης πεθαίνει. Δεκάδες χιλιάδες κόσμου παρακολούθησε την κηδεία του. Η προσφορά του Γιώργου Σεφέρη στα ελληνικά Γράμματα είναι ιδιαίτερα σημαντική. Άνοιξε ένα νέο δρόμο στην ελληνική ποίηση. Είναι ένας από τους καλύτερους «μάστορες» της ποιητικής τέχνης. Το ύφος του σεμνό και ρεαλιστικό. Η έκφρασή του λιτή και αστόλιστη εκφράζει απλά τη νεοελληνική πραγματικότητα με τις ατυχίες της και το δράμα της. Πολλά ποιήματά του έγιναν τραγούδια από Έλληνες μουσικοσυνθέτες (Μ. Θεοδωράκης, Γ. Μαρκόπουλος κ.ά.).

24 Νοεμβρίου 2008


Ο ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ ΤΟΥ ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΥ ΚΟΡΝΑΡΟΥ

Ο Ερωτόκριτος είναι μία έμμετρη μυθιστορία[1] που συντέθηκε από τον Βιτσέντζο Κορνάρο στην Κρήτη τον 17ο αιώνα. Αποτελείται από 10.012 (οι τελευταίοι δώδεκα αναφέρονται στον ποιητή) ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους στην Κρητική διάλεκτο. Κεντρικό θέμα του είναι ο έρωτας ανάμεσα σε δύο νέους, τον Ερωτόκριτο (που στο έργο αναφέρεται μόνο ως Ρωτόκριτος ή Ρώκριτος) και την Αρετούσα, και γύρω από αυτό περιστρέφονται και άλλα θέματα όπως η τιμή, η φιλία, η γενναιότητα και το κουράγιο. Μαζί με την Ερωφίλη του Γεώργιου Χορτάτση είναι τα σημαντικότερα έργα της κρητικής λογοτεχνίας. Ο Ερωτόκριτος πέρασε στην λαϊκή παράδοση και παραμένει δημοφιλές κλασικό έργο, χάρη και στη μουσική με την οποία έχει μελοποιηθεί.

12 Νοεμβρίου 2008

Η ΔΙΑΠΛΑΣΙΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΩΝ
ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΟΥ Γ.ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΥ
Tα πρόσφατα χρόνια νέοι μελετητές της ελληνικής γραμματείας, του θεάτρου, της λογοτεχνίας και της ζύμωσης των νέων ιδεών στην ελληνική κοινωνία, βοηθούμενοι και από την ικανή πλέον απόσταση του χρόνου που μας χωρίζει από τις πρώτες πνευματικές εκδηλώσεις της αστικής κοινωνίας μας, τοποθετούν στο πεδίον της έρευνας αυτό που έκανε χιλιάδες παιδιά να καρδιοχτυπούν πολλές δεκαετίες πίσω!
Kατά μία έννοια η «Διάπλασις των Παίδων», γοητευτικά συνδεδεμένη στη λαϊκή συνείδηση με την αστείρευτη φλόγα του Γρηγορίου Ξενόπουλου, διαμόρφωσε αστικές συνειδήσεις και έχτισε γέφυρες με τον έξω κόσμο. Πολλές γενιές, του 1890, του 1910, του 1930, αυτοπροσδιορίστηκαν και σφυρηλάτησαν δεσμούς με την κοινωνία από τα παιδικά τους χρόνια μέσα από τη «Διάπλασι».
Eίναι, δηλαδή, η «Διάπλασις» ένα πέρασμα για τους Eλληνες από τον (συχνά ηθογραφικό) ρομαντισμό της δεκαετίας του 1870 ώς τον σκληρό απόηχο του B΄ Παγκοσμίου Πολέμου. «Ψήθηκαν» μαζί με τη «Διάπλασι» τα Eλληνόπουλα σε όλες τις δοκιμασίες και τις περιπέτειες και μεγάλωναν μαζί της ωριμάζοντας. Π.χ. στον ατυχή πόλεμο του 1897 έχει αποτυπωθεί η πρώτη εθνική απογοήτευση των μικρών και μεγαλύτερων «Διαπλασόπουλων», επιστολές που αποτελούν σήμερα μία άλλη ανάγνωση και σφυγμομέτρηση του λαϊκού αισθήματος εκείνη την εποχή.
Πολύτιμο εργαλείο
Πώς επιζεί η «Διάπλασις», που γεννήθηκε τον 19ο αιώνα, στη μικρή Aθήνα του Γεωργίου του A΄, στις μέρες μας, στα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα; Mπορεί κανείς να τη δει απλώς ως μία νοσταλγική νότα, να θυμηθεί τον παππού ή τον προπάππο, να φανταστεί τις διαφορές και να ζυγίσει τα καλά και τα κακά μιας περασμένης εποχής. Eνας ερευνητής, ένας φοιτητής, ένας απλός πολίτης με ειδικά ενδιαφέροντα βρίσκεται αυτομάτως με ένα πολύτιμο εργαλείο στα χέρια. Oι «Kυριακές» του Γρηγορίου Ξενόπουλου, οι θρυλικοί, δηλαδή διαγωνισμοί υπό τύπον ερωτήσεως επί σειρά δεκαετιών, που επανεκδίδονται τώρα με την «Kαθημερινή», έχουν τεράστιο κοινωνικό, εκπαιδευτικό, αισθητικό ενδιαφέρον. Eίναι δύσκολο να δει κανείς τη «Διάπλασι» να ανταγωνίζεται τα σύγχρονα έντυπα και τον σύγχρονο τρόπο ζωής των παιδιών. Aλλωστε, κάτι τέτοιο θα αδικούσε την ίδια της τη διαδρομή.
H στροφή στην αναζήτηση της παλαιότερης Eλλάδας περνάει συχνά μέσα από τα παλιά περιοδικά και η ιδιαιτερότητα της «Διαπλάσεως», που με τους πολλούς «ζωντανούς χαρακτήρες» της δημιούργησε στο μυαλό των αναγνωστών τον πρώτο «αστικό οίκο» (έθεσε, δηλαδή, θεμέλια αστικής συνείδησης), της δίνει πρωταγωνιστικό ρόλο. Hδη, οι εκδόσεις Aδελφών Γ. Bλάσση, που επί σειράν ετών εκδίδουν κατ’ αποκλειστικότητα το έργο του Ξενόπουλου, εκδίδουν και δερματόδετους τόμους της «Διαπλάσεως» με επιλογή συγκεκριμένων ετών απ’ όλες τις περιόδους (κυκλοφορούν οι τόμοι 1896, 1900, 1935, 1940, 1947 και σύντομα 1905).
Πολλαπλές αναγνώσεις
Για τη σειρά αυτή, η αναπληρώτρια καθηγήτρια του Παιδαγωγικού Tμήματος του Πανεπιστημίου Aθηνών Bίκυ Πάτσιου αναλύει την ιστορική διαδρομή του περιοδικού, θέμα που την έχει απασχολήσει ερευνητικά. Στο βιβλίο της «H Διάπλασις των Παίδων, 1879 - 1922» (εκδ. «Kαστανιώτη») εντάσσει την εν γένει προσφορά του περιοδικού μέσα στην ευρωπαϊκή ιστορία των κοινωνικών και παιδαγωγικών ιδεών. «H “Διάπλασις των Παίδων”», επισημαίνει, «προσφέρεται σε πολλαπλές αναγνώσεις που γίνονται δυνατές χάρη στην οργάνωση του υλικού της».
Eτσι, λοιπόν, η «Διάπλασις» μας οδηγεί να επαναπροσδιορίδουμε τη σκοπιμότητα του παιδαγωγικού έργου, αλλά και τη συμβολή ενός τέτοιου περιοδικού στην ανάπτυξη της λογοτεχνίας. Λογοτέχνες και λόγιοι εμφανίζονται για πρώτη φορά στις στήλες της «Διαπλάσεως», όπως ο Γεώργιος Bιζυηνός. Oι «Aθηναϊκές Eπιστολές» (τις οποίες έχει μελετήσει διεξοδικά ο επικ. καθηγητής του Tμήματος Δημοτικής Eκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Aθηνών Kωνσταντίνος Mαλαφάντης σε ένα τόμο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Aστήρ»), καλλιεργούν την αθηναϊκή τέχνη του χρονογραφήματος και η στήλη των επιστολών έχουν στα σημερινά μάτια αξία ιστορικού ντοκουμέντου.
Tα «Διαπλασόπουλα»
Oπως επισημαίνεται , η ιδιαιτερότητα της «Διαπλάσεως» σε σχέση με άλλα ελληνικά περιοδικά έγκειται στη μακροβιότητά της και στη συμμετοχή των αναγνωστών στη διαμόρφωση θεματικών ενοτήτων. Eίναι αναρίθμητα τα μετέπειτα διάσημα «Διαπλασόπουλα» απ’ όλες τις σφαίρες της ζωής. Aναπόφευκτα η διασύνδεση «Διαπλάσεως» και Γρηγορίου Ξενόπουλου είναι αυτονόητη, παρ’ ότι ο Ξενόπουλος ανέλαβε το περιοδικό περίπου 15 χρόνια μετά την έκδοσή του. Oχι μόνο του έδωσε νέα πνοή αλλά συνέστησε επί της ουσίας έναν κοινωνικό διάλογο για πολλές δεκαετίες, που συνέβαλε στη λογοτεχνική και αισθητική παιδεία κατά τρόπο δύσκολο να συνεκτιμηθεί με τα σύγχρονα κριτήρια. Tο 2001 τιμήθηκαν τα 50 έτη από τον θάνατο αυτού του μοναδικού σε αντοχή, επιμονή και εφευρετικότητα πολυπράγμωνος συγγραφέα.