11 Ιουλίου 2010
9 Ιουλίου 2010
ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ
7 Ιουλίου 2010
5 Ιουλίου 2010
Ο ΘΕΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΩΝΙΣΜΑ ΤΩΝ ΣΙΤΑΡΙΩΝ
Άντε ν'εκεί πέρα κι αντίπερα πέρα στα πέντε αλώνια μωρή κοντοπλεγμένη πέρα στα πέντε αλώνια κόρη αρραβωνιασμένη. Ν' εκεί λιχνίζουν δώδεκα λιχνίζουν δεκαπέντε. Άιντε κόρη ξανθή ξεσκυβαλνάει με τη χρυσή τη βέργα. Κι η μάνα της την έλεγε κι η μάνα της τη λέει: Φεύγα κόρη μ π' τον κουρνιαχτό μη σε μαυρίσ' ο ήλιος. Ν' εγώ τον ήλιο αγαπώ τον κουρνιαχτό ζηλεύω κι αυτόν τον πρώτο λιχνιστή τον έχω πρώτο φίλο.
4 Ιουλίου 2010
3 Ιουλίου 2010






1 Ιουλίου 2010






GAUDI-ΜΙΑ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΙΔΙΟΦΥΙΑ
Ο Αντόνι Γκαουντί (Antoni Gaudí ή με το πλήρες του όνομα: Antoni Gaudí i Cornet) (25 Ιουνίου 1852 – 10 Ιουνίου 1926) ήταν σημαντικός Καταλανός αρχιτέκτονας της Αρ Νουβό. Γεννήθηκε στη Βαρκελώνη, όπου βρίσκονται και τα πιο σημαντικά έργα του, τα οποία ξεχωρίζουν για το σχεδιασμό τους.
Το τελευταίο και ένα από τα χαρακτηριστικά έργα του είναι η εκκλησία Σαγράδα φαμίλια, η οποία έμεινε ημιτελής λόγω του θανάτου του αρχιτέκτονα.
Τα έργα του Γκαουντί δίνουν ιδιαίτερο χαρακτήρα στη Βαρκελώνη και αποτελούν πόλους έλξης για τους τουρίστες, οι οποίοι τα επισκέπτονται। Χαρακτηριστική είναι μια από τις τεχνικές του Γκαουντί ο οποίος χρησιμοποιούσε κομμάτια από κεραμικά πλακίδια για να διακοσμήσει και να χρωματίσει κάποια από τα έργα του. Σήμερα πολλά από τα διακοσμητικά αναμνηστικά που πωλούνται στη Βαρκελώνη χρησιμοποιούν την τεχνική αυτή.
Είναι δύσκολο να υποθέσουμε τι θα μπορούσε να είχε κάνει ο Γκαουντί αν είχε στην διάθεσή του σύγχρονα υλικά όπως το οπλισμένο σκυρόδεμα। Μπορεί ακόμη να τα είχε απορρίψει। Είχε αρνηθεί να χρησιμοποιήσει τσιμέντο, για παράδειγμα, αν και αυτό το υλικό βρέθηκε στην διάθεσή του. Προτιμούσε να κτίζει τις κολόνες του με τούβλα. Αν και τα κατασκευάσματα φαίνονται μάλλον υπερβολικά και οι επιφάνειες πολυδάπανες καθώς αστράφτουν στον ήλιο της Μεσόγειου ο Γκαουντί προτιμούσε να χρησιμοποιεί καθημερινά υλικά και πάντα πήγαινε προς τα πίσω στην μεγάλη παράδοση που είχε η πόλη του η Βαρκελώνη στους τεχνίτες των κεραμικών και των σιδηρουργείων. “Θέλετε να μάθετε που αντλώ τα τις ιδέες μου” είπε κάποτε σε έναν επισκέπτη στο εργαστήριό του. “Ένα όρθιο δέντρο, διακλαδίζεται σε κλαδιά και αυτά με την σειρά τους σε μικρότερα κλαδάκια και αυτά με την σειρά τους στα φύλλα. Και κάθε ιδιαίτερο ξεχωριστό κομμάτι του δέντρου αναπτύσσεται αρμονικά, θαυμάσια όπως ο Θεός ο τεχνίτης το δημιούργησε.” Στην εκκλησία της Αγίας Οικογένειας ο Γκαουντί σχεδίασε ένα ‘δάσος’ από κολόνες που διακλαδίζονται σε πολλές διευθύνσεις.
Όταν ο Albert Schweitzer επισκέφτηκε την εκκλησία ο Γκαουντί του εξήγησε την προσέγγιση του στο οικοδόμημα αναφερόμενος στον κουρασμένο, αργοκίνητο γάιδαρο ο οποίος μεταφέρει την Αγία Οικογένεια στην Αίγυπτο: “Όταν έγινε γνωστό ότι έψαχνα για έναν γάιδαρο σαν μοντέλο για την φυγή στην Αίγυπτο μου έφεραν τον ομορφότερο γάιδαρο στην Βαρκελώνη. Αλλά δεν μπορούσα να τον χρησιμοποιήσω.” Τελικά βρήκε τον γάιδαρο που ζητούσε δεμένο στο όχημα μιας γυναίκας που πουλούσε υλικά καθαρισμού. “Το κεφάλι του κρέμονταν κάτω, σχεδόν ακουμπούσε στο έδαφος. Μετά από μεγάλη προσπάθεια έπεισα την γυναίκα να τον φέρει σε μένα. Τότε, αφού ο γάιδαρος είχε καλυφθεί, σπιθαμή προς σπιθαμή, με πηλό, άρχισε να κλαίει γιατί νόμισε ο γάιδαρος δεν θα επιζούσε. Αυτός ήταν ο γάιδαρος για την φυγή προς την Αίγυπτο και είναι εντυπωσιακός γιατί δεν είναι μια επινόηση αλλά πραγματικός.”
Η σχέση αυτή του Γκαουντί με την φύση είναι που τον διακρίνει από τους άλλους εκπροσώπους της Art Nouveau ρεύμα στο οποίο τον κατατάσσουν συνήθως. Η τάση για διακόσμηση στην Art Nouveau είναι βασισμένη σε φυσικές φόρμες αλλά παραμένει καθαρά διακοσμητική και πάνω από όλα καθαρά γραμμική. Για τον Γκαουντί η φύση αποτελείται από δυνάμεις που δουλεύουν κάτω από την επιφάνεια, η οποία μερικά είναι και η έκφραση αυτών των εσωτερικών δυνάμεων. Για παράδειγμα μελέτησε πως συμπεριφέρονται συμπλέγματα από πέτρες όταν βρεθούν κάτω από μεγάλη πίεση τοποθετώντας τις σε υδραυλική πρέσα. Οι πέτρες δεν θρυμματίσθηκαν ή δεν σχίστηκαν κατά την διεύθυνση από την κορυφή προς τον πάτο αλλά διογκώθηκαν στο μέσον, φαινόμενο που ο Γκαουντί πίστευε ότι γνώριζαν οι αρχαίοι Έλληνες που κατασκεύαζαν τις κολόνες τους λίγο παχύτερες στο μέσον.
Ο Γκαουντί ήταν ένας πραγματιστής. Σε αντίθεση με άλλους αρχιτέκτονες της εποχής του δεν εργαζόταν ποτέ στο σχεδιαστήριο. Ήταν πάντα παρών στον τόπο κατασκευής των έργων, συσκέπτονταν με τους εργαζόμενους, δοκιμάζοντας πρόχειρες κατασκευές, απορρίπτοντας ιδέες. Τα σχέδιά του έμοιαζαν με σκίτσα ιμπρεσιονιστών περισσότερο παρά με σχέδια αρχιτέκτονα.
Ο Γκαουντί πειραματίζονταν πριν κτίσει. Προετοιμάζοντας τα σχέδια για το παράτολμο τόξο στην εκκλησία Guell Colony επινόησε ένα μοντέλο από νήματα στα οποία κρέμασε μικρούς σάκους από άμμο που αντιστοιχούσαν στα βάρη που τα τόξα και οι κολόνες έπρεπε να στηρίζουν. Η εικόνα από την παραπάνω επινόηση αρκεί να ειδωθεί ανάποδα για να μας δώσει την εικόνα του πως θα πρέπει να είναι η τελική κατασκευή. Αυτή η μέθοδος δεν είναι ασυνήθιστη σήμερα δεκαετίες μετά το πρώτο πείραμα. Οι εργάτες συχνά ρωτούσαν πως ήταν δυνατόν να στηριχθούν αυτού του είδους οι κατασκευές!
Η δουλειά του Γκαουντί δεν θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει απομονωμένα στον σχεδιαστικό πάγκο. Αυτό έχει να κάνει εκτός των άλλων και με την ιδιαίτερη αίσθηση του Γκαουντί για τον χώρο. Η φιλοδοξία του ήταν να ξεφύγει από τους συμβατικούς τοίχους. Οι ιδέες του για τα σπίτια ήταν ότι αυτά είναι οργανικά σώματα που μπορούν και ζουν από μόνα τους.
Η πραγματιστική αυτή προσέγγιση του Γκαουντί είχε και αρνητικές επιπτώσεις. Δεν ήταν ποτέ ένας θεωρητικός της αρχιτεκτονικής και πάνω από όλα δεν δημιούργησε σχολή με την αυστηρή έννοια. Επίσης, με εξαίρεση κάποια έργα των πρώτων χρόνων, δεν άφησε γραπτά κείμενα. Τα περισσότερα κείμενα που αποδίδονται στον Γκαουντί βασίζονται σε διαδόσεις. Σύντομα, μετά τον θάνατό του, το στυλ του Γκαουντί πέρασε στο περιθώριο. Η σχολή Μπαουχάους, με το στυλ που βασίζεται στην λειτουργικότητα, αντέκρουσε τον Γκαουντί.
29 Ιουνίου 2010


"Ο ΜΗ ΔΑΡΕΙΣ ΟΥ ΠΑΙΔΕΥΕΤΑΙ"
Η εκπαίδευση στο Βυζάντιο δεν ήταν υποχρεωτική. Σχολεία, δάσκαλοι και βιβλία ήταν συγκεντρωμένα στις πόλεις, όπου και εκεί απευθύνονταν σε μία μικρή μερίδα των ανθρώπων. Τα σχολεία ήταν ιδιωτικά ή εκκλησιαστικά, τα παιδιά πήγαιναν σ' αυτά σε ηλικία 6 έως οκτώ ετών και οι γονείς τους πλήρωναν τα δίδακτρα σε είδος ή χρήματα. Μάλιστα τα υψηλά δίδακτρα της ιδιωτικής διδασκαλίας την έκαναν απρόσιτη για τις περισσότερες οικογένειες των Βυζαντινών.
Δύο ήταν οι βαθμίδες εκπαίδευσης του Βυζαντίου : Η προπαιδεία, που αντιστοιχεί στο σημερινό δημοτικό, διαρκούσε 3 ως 4 χρόνια και η εγκύκλιος παιδεία, που αντιστοιχεί στο γυμνάσιο και το λύκειο, διαρκούσε 4 χρόνια και φοιτούσαν μαθητές από τα 12 ή 14 χρόνια τους. Το βασικό(προπαιδεία) είχε 4 τάξεις. Στις δυο πρώτες οι μαθητές μάθαιναν να διαβάζουν, να γράφουν και να λογαριάζουν ενώ στις μεγαλύτερες μάθαιναν ορθογραφία, γραμματική, αριθμητική και ιστορίες από την Αγία Γραφή, τον Όμηρο και τους μύθους του Αισώπου. Στα εκκλησιαστικά σχολεία φοιτούσαν και ορφανά ή μαθητές από άλλες περιοχές δωρεάν.
Τα κορίτσια(από τον 11ο αιώνα και έπειτα άρχισαν το σχολείο) και αρκετά αγόρια δεν πήγαιναν σχολεία. Έμεναν στο σπίτι, βοηθούσαν στις δουλειές και τα διαπαιδαγωγούσαν οι γονείς και οι παππούδες τους. Όσα αγόρια δεν πήγαιναν σχολείο μάθαιναν τέχνες σε ειδικούς τεχνίτες.
Τα σχολεία στο Βυζάντιο δεν στεγάζονταν όπως σήμερα σε μεγάλα κτίρια με αυλές και πολλά παράθυρα. Ως αίθουσες διδασκαλίας χρησίμευαν δωμάτια στον περίβολο των εκκλησιών, σε νάρθηκες, όπως επίσης και σε οικήματα κοντά σε μοναστήρια.
Στις αίθουσες δεν υπήρχαν θρανία. Υπήρχαν μόνο λίγες ξύλινες ψηλές καρέκλες, τις αναβάθρες, δηλαδή σκαμνάκια. Μερικές φορές τα σχολεία στεγάζονταν μέσα σε εκκλησίες ή μοναστήρια.
Οι μαθητές έγραφαν με στυλόν ή γραφείον, που είχε μυτερή ακίδα στο ένα άκρο ώστε τα γράμματα να χαράζονται εύκολα, και πεπλατυσμένη στο άλλο για να σβήνουν. Έγραφαν πάνω σε ξύλινες πινακίδες, τα σχεδάρια, σε παπύρους και περγαμηνές που τις κουβαλούσαν στον μάρσιπο, δηλαδή στην τσάντα τους. Πάνω στον πάπυρο και στην περγαμηνή έγραφαν με ένα ειδικά ξυσμένο καλάμι, το κάλαμον, που το βουτούσαν σε μελάνι μαύρο συνήθως. Μαζί τους είχαν ένα μαχαιράκι για να ξύνουν τη μύτη του καλάμου που ήταν χαραγμένη κατά μήκος ώστε να συγκρατεί το μελάνι. Το χαρτί, αν και ήταν από παλιά γνωστό, άρχισε να χρησιμοποιείται ευρύτερα στο Βυζάντιο μόλις τον 11ο αιώνα και γρήγορα αντικατέστησε την περγαμηνή. Τα παιδιά πήγαιναν στα σχολείο με τα καθημερινά τους ρούχα και έτρωγαν το μεσημέρι εκεί. Μερικοί μαθητές ζούσαν στο σχολείο και άλλοι επέστρεφαν στα σπίτια τους. Ορισμένες φορές οι κακές καιρικές συνθήκες εμπόδιζαν τα παιδιά να πάνε σχολείο. Πολύ συχνές ήταν και οι τιμωρίες, μάλιστα τις περισσότερες φορές έβρισκαν σύμφωνους και τους γονείς που πίστευαν ότι οι σωματικές τιμωρίες ήταν ωφέλιμες για τα παιδιά τους."Ο μη δαρείς ου παιδεύεται" έλεγαν τότε δηλαδή "Όποιος δε δαρθεί δε μαθαίνει γράμματα"























