11 Ιουλίου 2010

ΤΟ ΚΟΥΡΣΟΥΜ-ΤΖΑΜΙ ΣΤΑ ΤΡΙΚΑΛΑ
Το τέμενος του Οσμάν Σάχ ή Κουρσούμ τζαμί (Μολυβένιο τζαμί)βρίσκεται στην άκρη της πόλης των Τρικάλων, στον οδό Καρδίτσας νότια των φυλακών και του ναού των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Το τέμενος είναι το μόνο σωζόμενο από τα πολλά οθωμανικά τζαμιά που υπήρχαν κάποτε στην πόλη των Τρικάλων. Ιδρυτής του ήταν ο Osman Sah ή Qara Osman Pasa, γιός του Mustafa Pasa (+932Η=1525/26) που παντρεύτηκε την κόρη του σουλτάνου Σελίμ Α΄(1512-20). Ο Οσμάν Σάχ όταν, μαζί με τη γυναίκα του, βρέθηκε διοικητής στο sancak των Τρικάλων, έχτισε το τέμενος αυτό και το προίκισε με εκατοντάδες αγαθοεργά ιδρύματα. Το τέμενος είναι ένα από τα 79 τζαμιά και το μοναδικό που σώζεται σε ελληνικό έδαφος που έχτισε ο ονομαστός αρχιτέκτονας του 16ου αιώνα Σινάν (Koca mimar Sinan). Η ακριβής χρονολογία ανέγερσης του τζαμιού είναι άγνωστη, αφού δεν διασώθηκε κάποια ιδρυτική επιγραφή. Πιθανολογείται όμως ότι χτίστηκε δέκα χρόνια περίπου πρίν από το θάνατο του Οσμάν Σάχ, ο οποίος τάφηκε στον γειτονικό τουρμπέ (μαυσωλείο) το 1567/8. Χτισμένο στις όχθες του ποταμού Ληθαίου περιβαλλόταν από τα άλλα ιδρύματα που έχτισε ο Οσμάν Σάχ, όπως το πτωχοκομείο, το σχολείο, ο μεντρεσές, το χάνι κ. ά. Από τα κτίσματα αυτά σήμερα σώζεται μόνο το τέμενος (τζαμί) και ο τουρμπές (μαυσωλείο) στο οποίο ετάφη ο Οσμάν Σάχ. Το τέμενος αποτελείται από μια τετράγωνη αίθουσα προσευχής που καλύπτεται με πελώριο ημισφαιρικό θόλο. Η κατεστραμμένη παλιότερα στοά (revak) στην πρόσοψη, αναστηλώθηκε πρόσφατα. Στη ΒΔ γωνία του τεμένους σώζεται ο ασκεπής μιναρές του. Ο τουρμπές (μαυσωλείο) του Οσμάν Σάχ, στα νότια του τεμένους, είναι ένα οκταγωνικής κάτοψης κτίσμα που καλύπτεται με ημισφαιρικό θόλο. Σήμερα στο εσωτερικό του τουρμπέ φυλάσσονται αρχαιολογικά ευρήματα της περιοχής.
Το Κουρσούμ Τζαμί είναι χαρακτηριστικό μνημείο της ανατολικής αρχιτεκτονικής και ξεχωρίζει για τον μεγαλοπρεπή θόλο του ο οποίος είναι ημισφαιρικός και μολυβοσκέπαστος - από εκεί και η ονομασία του, (κουρσούμ = μολύβι).
Ο επισκέπτης αισθάνεται δέος αντικρίζοντας τις διαστάσεις του. Η διάμετρός του είναι 18 μ. και η κορυφή απέχει από το έδαφος περίπου 22 μ. Είναι κτισμένο από πελεκητές πέτρες ανάμεσα στις οποίες μεσολαβούν στρώσεις ερυθρών πλίνθων. Είναι κατασκευασμένο, έτσι ώστε να έχει τέλεια ακουστική. Στα νότια του Τζαμιού σώζεται ο Τουρμπές (μαυσωλείο) του Οσμάν Σαχ, που είναι οκταγωνικό κτίσμα με θόλο.
Το 1993 το Τζαμί ανακατασκευάστηκε και είναι μνημείο προστατευόμενο από την UNESKO.


9 Ιουλίου 2010

ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ

Άγιος ΚΟΣΜΑΣ ο ΑΙΤΩΛΟΣ ”

“Δεν έχω μήτε σακούλα, μήτε σπίτι, μήτε κασέλα, μήτε άλλο ράσο, αλλά παρακαλώ και τον Θεό να μην μου δώσει μέχρι τέλους της ζωής μου, διότι ωσάν κάμνω αρχήν να παίρνω άσπρα, έχασα τους αδελφούς μου...”
Ο Κοσμάς ο Αιτωλός, μοναχός, υπήρξε δάσκαλος και φωτιστής του Γένους, εθνομάρτυρας και άγιος της Εκκλησίας. Καμιά προσωπικότητα των χρόνων της δουλείας δεν έχει απασχολήσει τόσο πολύ την επιστήμη, τη λογοτεχνία και τη θεολογία, όσο ο Πατροκοσμάς, όπως επικράτησε να ονομάζεται από τα πλατιά λαϊκά στρώματα. Ανήκει στις φωτισμένες μορφές, που προετοίμασαν το Γένος για την παλιγγενεσία του. Η εμφάνιση του συνέπεσε με μια κρισιμότατη περίοδο της ιστορίας του δούλου Γένους. Τον 18ο αιώνα συντελείται η ανασυγκρότηση του ελληνισμού σ' όλους τους τομείς.
Σ' αυτή την πολύ κρίσιμη και φρικτή εποχή, για την εκκλησία και το γένος ολόκληρο, έζησε και έδρασε ο Κοσμάς ο Αιτωλός (1714 - 1779). Παπάδες δεν υπήρχαν. Επικρατούσε αγραμματοσύνη, σκληρότητα, αθλιότητα, αγριότητα, βαρβαρότητα και το χειρότερο οι ομαδικοί εξισλαμισμοί όλο και περισσότεροι γίνονταν.
Γεννήθηκε το 1714 στο Μέγα Δένδρο Θέρμου (επαρχίας Αποκούρου) της Αιτωλίας και το κατά κόσμο ονοματεπώνυμό του ήταν Κώστας Δημητρίου. Ο πατέρας του ήταν φτωχός υφαντής, που ύφαινε σάκους για τη μεταφορά των καρπών από τα χωράφια στα σπίτια και στους νερόμυλους της περιοχής για άλεσμα. Τα πρώτα γράμματα ο Κοσμάς τα έμαθε στο Κρυφό Σκολειό του Μοναστηριού της Αγίας Παρασκευής στη Μάνδρα Θέρμου. Ο χώρος όπου ο Ιερομόναχος του Μοναστηριού δίδασκε ανάγνωση και γραφή διατηρείται ως μουσείο κέρινων ομοιωμάτων . Όταν έγινε 17 χρονών πηγαίνει να μάθει γράμματα στη Λομποτινά Ναυπακτίας όπου δάσκαλος εκεί ήταν ο μοναχός Ανανίας Δερβισιάνος. Μετά από δυο χρόνια παραμονής του αναχωρεί για τα Βραγγιανά των Αγράφων, όπου δάσκαλος ήταν ο μοναχός Θεοφάνης και ο οποίος είχε μαθητή τον αδελφό του Κοσμά, το Χρύσανθο. Εκεί παρέμεινε οκτώ χρόνια, έμαθε άριστα την Ελληνική Γλώσσα, την Λογική, την Αριθμητική και την πρακτική Ιατρική. Το 1743 πηγαίνει στην Αθωνιάδα Σχολή του Αγίου Όρους (μονή Βατοπεδίου), όπου ο Μέγας Δάσκαλος Ευγένιος Βούλγαρης τον μύησε στα μεγάλα σχέδια του προς απελευθέρωση του Έθνους. Εκεί σπούδασε θεολογία, φιλοσοφία και φιλολογία (επί 17 χρόνια). Το 1759 εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Αγίου Φιλοθέου και το 1760 εγκαταλείπει τη Μονή και πηγαίνει στην Κωνσταντινούπολη, όπου ήταν και ο αδελφός του Χρύσανθος. Στο χώρο της μετάνοιάς του φλέγονταν από τον πόθο να βοηθήσει το υπόδουλο Γένος, συμβάλλοντας "στον κατά Θεόν φωτισμό του". "Ακούοντας και εγώ, αδελφοί μου -θα πει αργότερα-τούτον τον γλυκύτατον λόγον, όπου λέγει ο Χριστός μας, να φροντίζωμεν και δια τους αδελφούς μας, μ' έτρωγεν εκείνος ο λόγος μέσα είς την καρδίαν τόσους χρόνους, ωσάν το σκουλήκι, όπου τρώγει το ξύλον... Όθεν άφησα την Ιδικήν μου προκοπήν, το ιδικόν μου καλόν, και εβγήκα να περιπατώ από τόπον είς τόπον και διδάσκω τους αδελφούς μου". Και αλλού θα συμπληρώσει: "Επειδή το Γένος μας έπεσεν εις αμάθειαν, είπα: Ας χάση ο Χριστός εμένα, ένα πρόβατον, και ας κερδίση τα άλλα. Ίσως η ευσπλαγχνία του Θεού και η ευχή σας σώση και εμένα".
Στα τέλη του 1760, πιθανότατα, σε ηλικία 46 χρόνων, πήγε στην Κωνσταντινούπολη και έλαβε άδεια και ευλογία του Οικουμενικού Πατριάρχη Σωφρονίου Β', για να αρχίσει το ιεραποστολικό του έργο, το οποίο συνέχισε για μια περίπου εικοσαετία μεταλαμπαδεύοντας στο υπόδουλο γένος τον πόθο του για την απελευθέρωση και το επισφράγισε με το μαρτύριο του.
Ήταν ρήτορας. Γοήτευε.Έφτιαξε πολλά σχολεία. Είναι ο πρώτος εφαρμοστής του συστήματος "Δωρεάν Παιδεία", ο μεγάλος φεμινιστής και ο πρώτος και ιδανικός εκφραστής του συνθήματος "ισότης - αδελφότης - δικαιοσύνη". Ο Κοσμάς ο Αιτωλός, λαϊκός διδάχος των ραγιάδων του Ελληνισμού, πραγματικός διδάσκαλος του Γένους τον 18ο αιώνα είχε άσβηστη φλόγα στην ψυχή και πραγματικό πάθος στις διδαχές του. Το ηθικό, θρησκευτικό, εθνικό, και κοινωνικό του κήρυγμα ήταν απλό, αυθόρμητο και ζωντανό, απαλλαγμένο από θεολογική σοφία και δογματικό φόρτο. Με λόγο αδρό, θερμό και συναρπαστικό άγγιζε την ψυχή των απλών ανθρώπων της εποχής του, που ζούσαν σε κατάσταση μεγάλης απαιδευσιάς και ανάγκης τα δύσκολα εκείνα χρόνια της ξένης κατοχής, των Τούρκων και των Βενετών. Γι' αυτό και τα πλήθη των χωρικών, που τον άκουαν ευλαβικά στις υπαίθριες ομιλίες του, άρχισαν από πολύ νωρίς να τον λατρεύουν ως άγιο και προστάτη τους. Πολύ νωρίς ο Κοσμάς το Αιτωλός έγινε ο "Άγιος των σκλάβων". (Να σημειώσουμε, ότι όταν μετέβη στα νησιά Κεφαλονιά και Ζάκυνθο, η άρχουσα τάξη εκεί δυσαρεστήθηκε από τα κηρύγματα του πατρο-Κοσμά, που κάκιζαν την χαλάρωση των ηθών, τις καταχρήσεις των αρχών. Έτσι οι αριστοκράτες απαίτησαν φαίνεται το διώξιμο του ιερομόναχου Κοσμά από την Επτάνησο. Και οι μεν Κεφαλλονίτες αγκάλιασαν με σεβασμό τα κηρύγματα του, οι Ζακυνθινοί όμως, φέρθηκαν με τρόπο ανοίκειο, ασεβή προς τον εθναπόστολο ιεροκήρυκα. Στην Ζάκυνθο δεν έμεινε πολύ, γύρισε αμέσως πίσω στην Κεφαλονιά, όπου ο λόγος του έπεφτε σε καλό έδαφος και κάρπιζε).

Στις 24 Αυγούστου 1779, όταν ήταν 65 ετών, οι Τουρκαλβανοί κρέμασαν τον πατρο-Κοσμά στο Καλικόντασι της Βορείου Ηπείρου, με την κατηγορία ότι ξεσήκωνε τους Έλληνες κατά των Τούρκων ν’ αποκτήσουν την ελευθερία τους. Το τίμιο λείψανο αφού το γύμνωσαν, οι δήμιοι το έσυραν και το έριξαν στο ποταμό Αψό με μια πέτρα στο λαιμό. Το ιερό λείψανο του Αγίου, επέστρεψε πρόσφατα (2-6-2007), στο ομώνυμο μοναστήρι της γενέτειράς του, (Μέγα Δέντρο Θέρμου Αιτωλοακαρνανίας), ο αρχιεπίσκοπος Τιράνων & Αλβανίας κ. Αναστάσιος.



ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ. Από τη διδασκαλία του σώθηκαν αρκετές διδαχές και προφητείες για την ελευθερία του Γένους...
"Καλλίτερα να αφήσετε τα παιδιά σας φτωχά και γραμματισμένα παρά πλούσια και αγράμματα".
" Ίδια την έκαμεν ο Θεός την γυναίκαν με τον άνδραν, όχι κατωτέραν ".
Μερικές από τις προφητείες που είπε κατά την τελευταία περιοδεία του το 1779 στη Δρόβιανη της Β. Ηπείρου, όταν ρωτήθηκε πότε θάρθη το "ποθούμενον". “Όταν θα γίνουν αυτά που κατά θεία φώτιση θα σας πω κοντά θάναι…"
1. Θάρθει καιρός που θα δεθεί ο κόσμος με μια λινιά κι' οι άνθρωποι, όσο μακριά κι' αν είναι θα μιλούν εύκολα συνατοί του σαν νάναι στον πλαϊνό οντά κι' ας είναι ο ένας στην Πόλη κι' ο άλλος στη Μοσχοβιά.
2. Θα δείτε να πετάνε άνθρωποι στον Ουρανό σαν μαυροπούλια και να ρίχνουν φωτιά στον κόσμο. Όσοι θα ζουν τότε θα τρέξουν στα μνήματα και θα φωνάξουν : “Βγάτε σεις οι πεθαμένοι να μπουμ' εμείς οι ζωντανοί”.
3. Θάναι καιρός που οι Ρωμιοί θα τρώγονται συνατοί τους. 'Εγώ δε σας συνιστώ αγάπη και ομόνοια.
4. Θα ιδείτε στον κάμπο ένα αμάξι δίχως άλογα να ροβολάει γρηγορότερα από το λαγό.
5. Θάρθει πρώτα ένα ψευτορωμαίικο να μη το πιστέψετε. Θα φύγει πίσω.
6. Θα ιδείτε δυο φαμίλιες σ’ ένα σπίτι. Εσείς θα πάτε να κατοικήσετε αλλού κι’ άλλοι θάρθουν να κατοικήσουν σε σάς.
7. Θάναι καιρός που θα κυβερνάνε τον κόσμο τ’ άλαλα και τα πάλαλα.
8. Η αιτία του Γενικού Πολέμου θάρθει από τη Δαλματία. Πρώτα θα διαμελιστεί η Αυστρία και ύστερα η Τουρκία.
9. Θα μαζωχτεί το χιλιάρμενο στο Σκάλωμα (Αγ. Σαράντα) και θάρθουν κοκκινογέλεκοι να πολεμήσουν για σας.
10. Οι Τούρκοι θα φύγουν, αλλά θα ξανάρθουν πάλι και θα φτάσουν ως τα 'Εξαμίλια. Στο τέλος θα τους διώξουν ως την κόκκινη Μηλιά. Από τους Τούρκους το ένα τρίτο θα σκοτωθεί, το άλλο τρίτο θα βαφτισθεί και μονάχα το ένα τρίτο θα πάει στην Κόκκινη Μηλιά.
11. Με δυσκολία θάρθει η Ελευθεριά, αλλά θάρθει.
12. Θα πασχίζουν να λύσουν το ζήτημα με την πέννα, μα δεν θα μπορούν. 99 φορές με τον πόλεμο και μια με την πέννα.
13. Οι πλούσιοι θα γίνουν φτωχοί και οι φτωχοί θα πεθαίνουν.
14. Μια φούχτα μάλαμα, μια φούχτα αλεύρι.
15. Τόσα πολλά θα γίνουν που πολλές μανάδες θα γεννήσουν πρόωρα από το φόβο τους.
16. Το κακό θάρθει από έναν κασιδιάρη κι’ από τους διαβασμένους.
17. Ή τρεις μέρες ή τρεις μήνες ή τρία χρόνια θα βαστάξει.
18. Νάχετε κρεμασμένο ένα σακούλι στάρι στην πόρτα σας για να σάς βαρέσει στην μπάλα, καθώς θα βγαίνετε για τα βουνά να μη πεθάνουν από την πείνα τα παιδιά σας.
19. Μετά το Γενικό Πόλεμο θα τρώει ο λύκος με τ’ αρνί.
20. Καλότυχος ποιος θα ζήσει μετά το Γενικό Πόλεμο. Θα τρώει μ’ ασημένιο χουλιάρι. Εσείς δεν θα τα ιδείτε αυτά. Τα δισέγγονά σας αρίς και πού.
21. Θάρθει καιρός που δεν θα παρατηρείται αυτή η αρμονία που είναι σήμερα μεταξύ λαού και κλήρου.
22. Σπίτια μεγάλα μη κάμετε. Λιάσες να κάμνετε να μην σας έρχονται μέσα.
23. Θα σας επιβάλουν μεγάλο και δυσβάστακτο φόρο, αλλά δεν θα προφθάσουν.
24. Θα βάλουν φόρο στις κότες και στα παράθυρα.
25. Θα ζητήσουν να σας πάρουν και στρατιώτες. Δεν θα προφτάσουν όμως.
26. Με άλλους θα κοιμηθείτε και με άλλους θα ξημερώσετε.
27. Θάρθει καιρός που δεν θ' ακούτε τίποτε.
28. Οι Τούρκοι θα μάθουν το μυστικό τρεις μέρες γρηγορότερα από τούς Χριστιανούς.
29. 'Αν το ζήτημά σας λυθεί με πόλεμο θα πάθετε πολλές καταστροφές. Σε τρεις χώρες μια θα μείνει. Ότι σας ζητούν να το δίνετε, ψυχές μόνο να γλιτώνετε.
30. 'Αν ο πόλεμος πιαστεί από κάτω λίγα θα πάθετε, αν πιαστεί από πάνω θα καταστραφείτε.
31. Θα έρθει ξαφνικά ή το βόιδι στο χωράφι ή το άλογο, στ’ αλώνι.

7 Ιουλίου 2010

ΠΕΤΡΙΝΑ ΓΕΦΥΡΙΑ ΣΤΑ ΤΡΙΚΑΛΑ
«Ο κόσμος φκιάνουν εκκλησιές,φκιάνουν και μοναστήρια,

φκιάνουν και πετρογέφυρα, για να περνάει ο κόσμος»

«....τότες ματααρχίνισαν να χτίζουν το γιοφύρι,

Μαρμάρωνε κι ανέβαινε σαν να ’ταν ’πο μολύβι.

Εγίνηκεν, τελείωσε, κι ακόμη είναι θιάμα,

γιοφύρι πέτρινο τηράς να κρέμεται στο ράμμα...»
 
Κόσμημα της φύσης αποτελούν τα πέτρινα γεφύρια, οι νερόμυλοι και τα σπήλαια στο Νομό Τρικάλων, δίνοντας ένα επιπλέον κίνητρο στους τουρίστες να επισκεφθούν την περιοχή.
Μάλιστα, τα πολλά πέτρινα γεφύρια του νομού περιλαμβάνονται στο στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης της περιοχής που συνέταξε η Σχολή Γεωπονικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, συγκεκριμένα το Τμήμα Ζωικής Παραγωγής και Υδάτινου Περιβάλλοντος. Είναι εντυπωσιακά και αποτελούν ένα από τα ωραιότερα σημεία επίσκεψης στο νομό.
Το Γεφύρι Πόρτας ή Αγίου Βησσαρίωνα χτίστηκε το 1514, από το μητροπολίτη Λαρίσης Βησσαρίωνα. Βρίσκεται λίγο έξω από την Πύλη και γεφυρώνει τον Πορταϊκό ποταμό. Μέχρι το 1936 ήταν ο μοναδικός σύνδεσμος των Τρικάλων με τα χωριά του Ασπροπόταμου. Είναι μονότοξο, με άνοιγμα 28 μέτρων και το δεύτερο σε μέγεθος γεφύρι στη Θεσσαλία.
Το Γεφύρι Παλυοκαρυάς χτίστηκε το 1500-1550, βρίσκεται στο δρόμο Πύλη – Παλαιοκαρυά και γεφυρώνει το ρέμα της Γκρόπας. Παλαιότερα, εξυπηρετούσε από τα Τρίκαλα και την Πύλη τη συγκοινωνία με τα χωριά του Ασπροπόταμου. Είναι μονότοξο με άνοιγμα 19 μέτρων.
Το Γεφύρι Νεραΐδοχωρίου χτίστηκε το 1750 και βρίσκεται κοντά στον αγροτικό δρόμο Νεραϊδοχωρίου – Πύρρας. Είναι μονότοξο με άνοιγμα 17,6 μέτρων και πλέον δεν χρησιμοποιείται.
Το Γεφύρι Πύρρας «Καμάρα», στο χωριό Πύρρα, χτίστηκε το 18ο αιώνα και βρίσκεται στον αγροτικό δρόμο Νεραϊδοχωρίου – Πύρρας. Είναι μονότοξο με άνοιγμα 4 μέτρων.
Κατεστραμμένο είναι το Γεφύρι Δέση, που βρίσκεται στο ρέμα Παλιομαντρί, και δεν είναι γνωστή η χρονολογία κατασκευής του.
Το Γεφύρι Ανθούσας χτίστηκε το 18ο αιώνα. Βρίσκεται στην είσοδο του χωριού, γεφυρώνοντας το ρέμα της Λεπενίτσας (η παλιά ονομασία του χωριού). Είναι μονότοξο με άνοιγμα τόξου 7,30 μέτρων.
Ένα γεφύρι που εντυπωσιάζει είναι αυτό του Μίχου. Δεν υπάρχουν αναφορές για το πότε χτίστηκε, παρ’ όλα αυτά η χρησιμότητά του είναι σημαντική και στις ημέρες μας, καθώς ενώνει την κοινότητα της Ανθούσας με το μοναστήρι της Παναγιάς Γαλακτοτροφούσας. Το γεφύρι είναι εντυπωσιακό, δίτοξο, με άνοιγμα τόξου 12,5 μέτρων.
Ένα γεφύρι με ιστορία είναι αυτό του Χαλικίου, που χτίστηκε το 14ο αιώνα. Βρίσκεται στη είσοδο του χωριού, ενώ σήμερα δεν είναι πια χρήσιμο, καθώς έχει χτιστεί τσιμεντένια γέφυρα. Είναι μονότοξο με άνοιγμα 6,70 μέτρων.
Η Γέφυρα Καπραρίας, στο χωριό Χαλίκι, πιθανολογείται ότι χτίστηκε περίπου το 1500, όταν χτίστηκε και η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου που εξυπηρετούσε.
Μπορεί να χτίστηκε το 18ο αιώνα, αλλά το Γεφύρι Μιχαλάκη Φίλου εξυπηρετεί ακόμη τις μετακινήσεις από και προς το Μέτσοβο και γεφυρώνει τον Ασπροπόταμο, σε αντίθεση με το Γεφύρι Κρανιάς, στο χωριό Κρανιά, που χτίστηκε στα τέλη του 1800 και σήμερα δεν χρησιμοποιείται. Βρίσκεται στην είσοδο του χωριού, γεφυρώνει παραπόταμο του Ασπροπόταμου κι έχει άνοιγμα τόξου 15 μέτρων.
Το Γεφύρι Γκίκα στο χωριό Κρανιά χτίστηκε στα μέσα του 18ου αιώνα και εξυπηρετεί τις μετακινήσεις προς τον παλιό νερόμυλο. Είναι μονότοξο με άνοιγμα 7,60 μέτρων.
Ένα σχετικά νεώτερο ηλικιακά γεφύρι είναι αυτό της Μεσοχώρας. Χτίστηκε την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, με την ίδια επιμέλεια με τα γεφύρια Τέμπλας και Αυλακίου. Βρίσκεται μετά τη Μεσοχώρα και χρησιμεύει ακόμα και σήμερα για το γεφύρωμα του Αχελώου. Είναι μονότοξο με άνοιγμα του κυρίου τόξου 30 μέτρων.
Το Γεφύρι Βαλκάνου είναι κατεστραμμένο και δεν είναι γνωστό το πότε χτίστηκε, ενώ το Γεφύρι Ελληνικών χτίστηκε το 1241 στον παραπόταμο του Αχελώου, Αρέντα.
Το Γεφύρι Μεσούντας, το τοξωτό γεφύρι της Σαρακίνας, το Γεφύρι της Γριάς, που βρίσκεται δίπλα στο φαράγγι της «Μάννας», το Γεφύρι Σμίξη, το Γεφύρι Πιαλεάς στο Δήμο Πιαλείας, το Γεφύρι Μουκόσι, το Γεφύρι Κλεινού στον οικισμό του Κλεινοβού και το Γεφύρι Ξηροκάμπου Οξύνειας συμπληρώνουν την πληθώρα των πέτρινων αυτών κοσμημάτων στο Νομό Τρικάλων.

5 Ιουλίου 2010

Ο ΘΕΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΩΝΙΣΜΑ ΤΩΝ ΣΙΤΑΡΙΩΝ

Ο θερισμός
"Κι έβαζε ακόμα χτήμα απάνω τον βασιλικό, κι αργάτες θέριζαν, κοφτερά στα χέρια τους φουχτώνοντας δρεπάνια· άλλα χερόβολα σωριάζονταν στο χώμα αράδα αράδα κι άλλα τα δέναν με ασταχόσκοινα γερά οι δεματιαστάδες· κι ήτανε τρεις πον τα δεμάτιαζαν, και πίσω τονς αγόρια τρέχαν, μάζευαν τα χερόβολα, στην αγκαλιά τα παίρναν, και τα 'διναν πιο πίσω ...
Κάπου πιο πέρα οι κράχτες σύνταζαν κάτω από δρυ το γιόμα· βόδι τρανό είχαν σφάξει κι έψηναν με προθυμία, κι οι δούλες σωρό το αλεύρι το άσπρο εζύμωναν, να φαν οι θεριστάδες. (Ομήρου Ιλιάς Σ, στ. 550-556 και 558-560. Μετάφραση: Ι. Κακριδή - Ν. Καζαντζάκη)
                                    
Ο Θερισμός στου κάμπου το λιοπύρι.
"Όταν πάλι το σαλιγκάρι ανεβαίνει από την γη στα δέντρα, ζητώντας προστασία από την ζέστη που φέρνουν οι Πλειάδες, τότε πια δεν είν' άλλο καιρός να σκάβεις τα αμπέλια. Πρέπει τότε ν' ακονίζεις τα δρεπάνια σου και τους υποταχτικούς σου να κεντρίζεις για δουλειά. Μην αποζητάς τους ίσκιους και τον πρωινό ύπνο, όταν φθάσει η ώρα για τον θερισμό, την εποχή που ο ήλιος ψήνει το δέρμα.
Τέτοιες στιγμές πρέπει να βιάζεσαι και να κουβαλάς τον καρπό στις αποθήκες, πιάνοντας χαράματα δουλειά, για να έχεις το βιός σου ασφαλισμένο. Γιατί με την αυγή φεύγει το ένα τρίτο της δουλειάς, με την αυγή πηγαίνει κανείς καλύτερα στον δρόμο, προκόβει και στο μεροκάματο, με την αυγή, που μόλις φανεί, βγάζει τόσους ανθρώπους ξαφνικά στους δρόμους και τόσα βόδια βάζει στο ζυγό".
(Ησιόδον: Έργα και Ημέραι, στ. 571-581. Μετάφραση: Α. Ι. Γαβρίλη)
                    
Ο χορός γύρω απο το δράκο
Όταν τα στάχυα κιτρινίσουν σαν το κυδώνι τότε το σιτάρι είναι ώριμο και πρέπει ν' αρχίσει ο θερισμός. Αυτό στον τόπο μας γίνεται τον Ιούλιο, γι' αυτό κι ο μήνας λέγεται "Θεριστής".
Οι θεριστάδες ετοίμαζαν τα εργαλεία του θερισμού, δρεπάνια, ακονόπετρες και παλαμαριές, ετοίμαζαν και τα δεματικά από βριζαμιά για να δέσουν τα δεμάτια.
Οι άντρες με την ισκιάδα - πλατύγυρο ψάθινο καπέλο στο κεφάλι κι οι γυναίκες με τη μπαρμπούλα (μαντήλι) στο πρόσωπο, πρωί με τη δροσιά ξεκινούσαν για τα χωράφια τους. Εκεί έμπαιναν με τη σειρά κι έπαιρνε ο καθένας τον όργο του. Στο δεξί χέρι κρατούσαν το δρεπάνι και στ' αριστερό έβαζαν την παλαμαριά στα δάκτυλα, που προστάτευε το χέρι και βοηθούσε να πιάνουν μεγαλύτερες χεριές.
Πρώτος άρχιζε ο πρωτεργάτης, που ήταν ο πιο καλός κι έμπειρος θεριστής της ομάδας. Προτού αρχίσει, γυρνώντας "καταηλιού", έκανε το σταυρό του λέγοντας: "Αιντε στ' όνο­μα του Θεού! Καλοξόδιαστα και τυχερά! Τ' χρόν' πλειότερα! Χίλια κιλά να δώσ' ου Θεός. Αφεντικό! (το κιλό 22 οκάδες). Αμήν! Γεια στα χέρια σας. Και δύναμη να σας δίν' ου Θιός" απαντούσε τ' αφεντικό.
Κι ο πρωτεργάτης άρχιζε και θέριζε τόσο, όσο μπορούσε να φτιάσει ένα δεμάτι. Βάζοντας τις χεριές επάνω στ' ανοιχτό δεματικό, τις έδενε κι έστηνε όρθιο το πρώτο δεμάτι με τα στάχυα κοιτάζοντας τον ουρανό. Το πρώτο αυτό δεμάτι, που το στόλιζαν με παπαρούνες κι αγριολούλουδα, θα έστεκε όρθιο σ' όλη τη διάρκεια του θερισμού σαν προσφορά και θυσία του γεωργού στο Θεό, όπως έκαναν και οι αρχαίοι ικετεύοντας τη γη να είναι πάντοτε καλή κι απλόχερη μαζί τους.
                                
Μεταφορά δεματιών σταριού με κάρο.
Τ' αφεντικό κερνούσε τους θεριστάδες κι όλοι μαζί με τραγούδι άρχιζαν το θερισμό, αφήνοντας κάτω τις χεριές, που σχημάτιζαν τόσες σειρές, όσοι ήταν κι οι θεριστάδες. Ο μπακλατζής από κοντά έδενε τα δεμάτια με τον κλιτσινίκο, ξύλο λεπτό ως τριάντα πόντους, λίγο γυριστό και μυτερό στην άκρη.
Καθώς η μέρα προχωρούσε, η ζέστη δυνάμωνε κι ο ιδρώ­τας έσταζε από τα πρόσωπα, ενώ τα άγανα γρατσούνιζαν τα χέρια. Όλη την ώρα ακουγόταν ο μεταλλικός ήχος των δρε­πανιών πάνω στην καλαμιά.
Το μεσημέρι, όταν η ζέστη γινόταν αφόρητη, κάθονταν όλοι στον ίσκιο κάποιου κοντινού δέντρου για να ξεκουραστούν και να φάνε το φαγητό που ετοίμαζε η νοικοκυρά μαζί με το δροσερό σκορδάρι (ξίδι, σκόρδο κοπανισμένο και κρύο νερό). =άπλωναν μετά να κοιμηθούν για λίγο ώσπου να πέσει η ζέστη. Κι όταν ξυπνούσαν, αφού τρόχιζαν τα "λελέκια τους" (δρεπάνια) με το λαδάκονο, άρχιζαν τη δουλειά με το τραγούδι:
                                    
"Κάτω στους τρανούς τους κάμπους και στα πράσινα λιβάδια
έσπειρα σπυρί σιτάρι, φύτρωσε μαργαριτάρι
κι έβαλα περ' σους εργάτες, έβαλα κι ένα λεβέντη
νια να δένει τα δεμάτια."
Πολλά ήταν τα τραγούδια του θέρου. Τα θέματα τους ήταν παρμένα από τα βάσανα και τις πίκρες τής ζωής, από τους πόθους, τήν αγάπη και τον έρωτα.
Το μεροκάματο κρατούσε από τα χαράματα μέχρι το ηλιοβασίλεμα. Κι οι θεριστάδες αποκαμωμένοι από την κούραση τις απογευματινές ώρες, παρακαλώντας το ήλιο να βα­σιλέψει γρήγορα,τραγουδούσαν:
"Ήλιε μ' τι αργοπόρησες, τι αργείς να βασιλέψεις;
σε καταργιέτι η αργατιά απού ξενοδουλεύει".
Κι όταν ο ήλιος βασίλευε κι ήταν η ώρα να φύγουν, έκα­ναν με στάχυα ένα σταυρό, τον σκέπαζαν με πλάκα για να μη φυσήξει και τον πάρει ο αέρας και στο σημείο αυτό σταματούσαν το θέρισμα.
Την άλλη μέρα, που συνέχιζαν το θερισμό στο ίδιο χωράφι, έβγαζαν το σταυρό από την πλάκα, τον έβαζαν σε μια χεριά, και κάνοντας πάλι το σημείο του σταυρού για να έχουν τη βοήθεια του Θεού, άρχιζαν τη δουλειά τους.
Κι έτσι δουλεύοντας έφτανε η τελευταία μέρα του θερισμού, η οποία έπαιρνε χαρούμενο και πανηγυρικό χαρακτήρα. Στο τελευταίο χωράφι που θέριζαν άφηναν ένα μέρος αθέριστο για να κάνουν το "δράκο" κι έβγαιναν στον ίσκιο όπου ξάπλωναν λίγα λεπτά "για να βάίσουν τα σπαρτά της επόμενης χρονιάς από το βάρος των καρπών τους". Σε λίγο σηκώνονταν με τα δρεπάνια και τις παλαμαριές κι έστηναν χορό γύρω από το δράκο. Ο πρωτοθεριστής, μπαίνοντας μέ­σα στο αθέριστο κομμάτι, ξερίζωνε τα πιο ψηλά και μεστωμένα στάχυα και τα έδινε στα κορίτσια για να πλέξουν το "Χτένι"και το "Σταυρό". Και τα κορίτσια άρχιζαν να πλέκουν με τέχνη τραγουδώντας:
"Το δράκο μας τον πλέκουμε
κυρά μας κοσκινίζει
να φκιάσει πίττα και γλυκό
να σφάξει κοκοτσέλια".
                               
Υστερα οι θερισταδες άρχιζαν να θερίζουν το δράκο (δραξιά, δρακιά, χεριά). Γέμιζαν καλά τις παλαμαριές με μεγάλες χεριές για να γίνει χοντρό και βαρύ το δεμάτι του δράκου. Όσο γεμάτες ήταν οι χεριές τόσο πολύ και βαρύ θα ήταν το σιτάρι του νοικοκύρη την επόμενη χρονιά. Ο μπακλατζής (δεματάς) έδενε το δεμάτι, το έστηνε όρθιο και οι άλλοι το στόλιζαν με αγριολούλουδα και παπαρούνες. Το δεμάτι αυτό το έριχνε ο νοικοκύρης στ' αλώνι που προοριζόταν για το σπόρο της άλλης χρονιάς.
Τελειώνοντας το δράκο ο θεριστάδες πετούσαν ψηλά και προς τα πίσω τα δρεπάνια τους με την ευχή "όσο ψηλά φτάνει ο λέλεκας τόσο ψηλά να γίνουν του χρόνου τα σιτάρια".
Σε πολλά χωριά της περιοχής τα καλύτερα στάχυα τα ξερίζωναν ο γυναίκες, αφού πρώτα μια νεα έριχνε άφθονο νερό στις ρίζες τους, και τα στόλιζαν με αγριολούλουδα. Τα έδεναν κατόπιν με κόκκινη κλωστή σε τρία μέρη, στις ρίζες, στη μέση και στην κορυφή κοντά στα στάχυα, γιατί τρία είναι και τα πρόσωπα τής Αγίας Τριάδας.
Το "Δράκο" αυτόν τον έδιναν στο νοικοκύρη με τήν ευχή "Του χρόνου πλειότεοα να δώσει ο Θεός αφεντικό". Κι ο νοικοκύρης τον έπαιρνε και τον έβαζε στο εικονοστάσι του σπι­τιού του, κάτω από τη θεϊκή προστασία. Εκεί παρέμενε ώσπου να 'ρθει ο καιρός να τον τρίψουν με τις παλάμες τους και να τον ρίξουν στο σπόρο για τή νέα σπορά, ώστε να με­ταδώσει σ' αυτόν τη γονιμοποιό του δύναμη.
Σε λίγο στο θερισμένο χωράφι έμενε μόνο η καλαμιά και τα δεμάτια συγκεντρωμένα σε μικροθημωνιές, που έμοιαζαν με ορθογώνιες πυραμίδες με εννέα ή δώδεκα δεμάτια η καθεμιά (γκουρτζούμια ή τσιρένια). Επάνω στο τελευταίο δεμά­τι έμπηγαν ένα πράσινο κλαδί. Με τον τρόπο αυτό στεφάνω­ναν το τέλος της πομπής του θερισμού και αποχαιρετούσαν Το χωράφι με χορούς και τραγούδια.
Στο σπίτι ο αποχαιρετισμός του θερισμού τελείωνε με τον "Κριτσμά", το φαγοπότι με γλέντι, που κρατούσε ως τα μεσάνυχτα.
                                      
Ο Αλωνισμός
"Στρώσε ύστερα του υποταχτικούς της Δήμητρας να λιχνίσουν τ' άγιο σιτάρι, μόλις πρωτοφανεί ο μέγας και φοβερός Ωρίωνας, σε τόπο που να το πιάνη καλά ο αέρας και σε καλοστρωμένο αλώνι. Κι αφού προσεχτικά μετρήσεις όλο σου το βιός, σιγούρεψε το σε αγγεία. Κι όταν τους καρπούς θα έχεις πια αποθηκέψει με ασφάλεια στο σπιτικό σου μέσα, τότε σου λέω να προμηθευτείς έναν εργένη υπηρέτη και δούλα οικονόμο δίχως παιδί γιατί η γυναίκα που έχει γίνει μά­να είναι επικίνδυνη. Να βρεις και σκύλο με δόντια κοφτερά και να τον τρέφεις δίχως τσιγκουνιές στο φαΐ του, μην τύχη και σου πάρει κάποια στιγμή κανείς το βιός σου, απ' αυτούς που κοιμούνται την ημέρα. Σύναξε σανό και άχυρα, για να 'χουν όλη τη χρονιά τα βόδια και τα μουλάρια σου. Κι ύστερα άφησε τους υποταχτικούς σου να χαλαρώσουν πια τα γόνα­τα και λύσε και τα βόδια."
(Ησιόδου: Έργα και Ημέραι, στ. 597-608. Απόδοση στη νέα ελληνική των κειμένων του Ησιόδου Α. Ι. Γαβρίλη)
Η λαμπρότερη ιερουργία, μετά το θερισμό, ήταν ο αλωνισμός. Γραφική ή εικόνα του. Στον κάμπο φορτώνονταν τα δεμάτια σε ζώα ή σε κάρα και μεταφέρονταν στ' αλώνια, όπου γίνονταν θημωνιές. Τ' αλώνια, χωματένια και πλακόστρωτα, που ο λαός τα ήθελε μαρμαρένια, πρόβαλλαν στα ψηλώματα του κάθε χωριού, όπου φυσά ο αέρας. Χορταριασμένα όλο τον καιρό, σαν έφτανε η ώρα του αλωνισμού, καθαρίζονταν από τα αγριόχορτα. Τα χωματένια, βρέ­χονταν με νερό, σκεπάζονταν με λεπτό άχυρο και πατιούνταν με τα αργοκίνητα βόδια για να κολλήσει τ' άχυρο αυτό στο χώμα και να δημιουργηθεί λεία και στερεά επιφάνεια. Σε μερικά χωριά αλείφονταν με βουνιά βοδιών όλο το αλώνι.
Στη μέση τ' αλωνιού φάνταζε ο στέντζιρος, που ήταν ξύλο στρογγυλό και χοντρό, μπηγμένο κάθετα και βαθιά στη γη για να μην κουνιέται. Στο στο δεντρο εδεναν την τριχία, χοντρό σχοινί από αλογότριχα και μακρύ όση η ακτίνα του κύκλου τ' αλωνιού.
Την ημέρα του αλωνισμού όλοι οι σπιτικοί βρίσκονταν στο πόδι από τα βαθιά χαράματα. Έστρωναν σ' όλο το χώρο τ' αλωνιού 100 - 120 μεγάλα δεμάτια σιταριού, απλωμένα χωρίς τα δεματικά τους, με το πρώτο δεμάτι όρθιο, στηριγμένο στο στέντζιρο σαν σημάδι αρχής του αλωνισμού. Και μόλις ανέτειλε ο ήλιος και οι κοφτερές ακτίνες του έψηναν τα στάχυα και την καλαμιά, έβαζαν ζεμένα τρία - τέσσερα και πέντε άλογα στ' αλώνι, γαντζώνοντας τον κλούτσο της τριχιάς στη θηλιά, που είχε στο λαιμό του το πρώτο άλογο.
Πρώτος ο νοικοκύρης, κάνοντας το σταυρό του κι ανεμί­ζοντας το καμτσίκι, με μια φωνή "οτς - οτς - οτς, άιντε αλο­γάκια μου" ανάγκαζε τα ζώα ν' αρχίσουν το γύρισμα επάνω στα απλωμένα δεμάτια.
Καθώς η τριχιά ξετυλιγόταν τα ζώα κάλυπταν με τους γύρους όλο τον κύκλο τ' αλωνιού κι έσπαζαν κάτω από τη βαριά πατησιά τους τις καλαμιές. Κι όταν πάλι μαζευόταν η τριχιά στο στέντζιρο, ο αλωνιστής γυρνούσε τα ζώα στην αντί­θετη κατεύθυνση, περνούσε τον κλούτσο στο άλλο ζώο κι άρχιζε πάλι από την αρχή το γύρισμα των αλόγων στο αλώνι με το ξετύλιγμα και το επανατύλιγμα της τριχιάς.
Στην αρχή οι γύροι στο αλώνι γίνονταν με δυσκολία, σιγά - σιγά όμως οι καλαμιές συνθλίβονταν και τα ζώα με τη φωνή του αλωνιστή έτρεχαν όλο και πιο γρήγορα και λιάνιζαν συ­νεχώς με τα πόδια τους ό,τι είχε απομείνει ακέραιο από τα σταχοκάλαμα.
Σε μερικά από τα χωριά του Νομού στον αλωνισμό χρησιμοποιούσαν τη βαριά δοκάνη. Ήταν ένα είδος σβάρνας, που την έσερναν δυο βόδια ή ένα άλογο πάνω από τα απλωμένα δεμάτια του σιταριού στ' αλώνι. Σ' όλη την κάτω επιφάνεια της δοκάνης ήταν καρφωμένες τεχνικά κοφτερές τσακμακό­πετρες από χαλαζία ή δόντια κοφτερά από λεπίδες σιδηρένιες.
Με υπομονή τ' αργοκίνητα βόδια έσερναν τη δοκάνη όλη μέρα, οδηγούμενα από τον αλωνιστή με τη σουβλερή βου­κέντρα, ώσπου να γίνει άχυρο η καλαμιά. Και με τα δικράνια οι αλωνιστάδες γύριζαν και ξαναγύριζαν την καλαμιά κι εκείνη συνεχώς μετατρέπονταν σε λεπτό άχυρο.
Αλωνισμός με πατόζα
Μέσα στην κάψα του τηλεμεσήμερου ξέζευαν τα ζώα, τα πότιζαν και τα έδιναν την ταή τους. Κάτω από το τσαρδάκι τους κάθονταν κι οι νοικοκυραίοι να φάνε το λιτό φαγητό τους και να ξεκουραστούν για λίγο.
Μετά την ανάπαυση με καινούριες δυνάμεις όλοι μαζί οι σπιτικοί με τα δικράνια και τις ξύλινες τζουγκράνες αφαιρούσαν το χοντρό άχυρο και ξανάρχιζαν τον αλωνισμό έως ότου γίνει κάλα το τρίψιμο των σταχυών και του άχυρου. Κι όταν έβλεπαν ότι όλα είχαν γίνει κανονικά, έβγαζαν τα ζώα από τ' αλώνι και τα έστελναν στη βοσκή. Κι αυτοί με καρπολόγια, ξυλόφτυαρα και τσουγκράνες μάζευαν στο κέντρο τ' αλωνιού το "λαμνί", μίγμα σιταριού και άχυρου, σταυρώνοντας πρώτα τ' αλώνι με βάση το στέντζιρα. Ένα πέταλο κι ένα σκόρδο έμπαινε τότε στην κορυφή του σωρού από τη νοικοκυρά "για να μη βασκαίνεται ο καρπός".
Το λίχνισμα
                                
Με το ηλιοβασίλεμα, μόλις άρχιζε το πρώτο φύσημα του αέρα, οι λιχνιστές, άντρας και γυναίκα, χαράζοντας στο λαμνί το σημείο του σταυρού, πετούσαν προς τα πάνω το μίγμα του άχυρου και του σιταριού με τα ειδικά καρπολόγια. Ο αέρας παρέσυρε το άχυρο κι άφηνε τους κόκκους του σιταριού να πέσουν στο αλώνι.
Όταν το λίχνισμα τελείωνε οι γυναίκες του σπιτιού κοσκίνιζαν το σωρό με το δερμόνι, μεγάλο αραιό κόσκινο, που άφηνε να πέφτει το σιτάρι καθαρό και να μένουν τα σκύβαλα και τα κότσαλα σ' αυτό. Μετά το δερμόνισμα ο νοικοκύρης ανυπόμονος έμπηγε όρθιο το χερούλι του ξυλοφτυαρου στη μέση του σωρού για να υπολογίσει την παραγωγή του πρώτου αλωνιού κι από αυτό το μέτρημα κι όλη την παραγωγή της χρονιάς.
Το Λίχνισμα
Η μέρα τελείωνε. Μα η εργασία δεν σταματούσε εδώ. Έπρεπε να μεταφερθεί το σιτάρι στ' αμπάρια του σπιτιού και τ' άχυρο στον αχυρώνα ώστε να ετοιμαστεί τ' αλώνι για το επόμενο αλώνισμα, ώσπου να τελειώσουν όλα τα δεμάτια από τις θημωνιές. Γονάτιζε γι' αυτό ο νοικοκύρης μπροστά στο σωρό, γέμιζε το ξύλινο ταγάρι, που έπαιρνε 12 οκάδες σιτάρι, κι έτσι μετρώντας άδειαζε τον καρπό στα μάλλινα σακκιά, τα υφασμένα από τα χέρια της γυναίκας του στον αργαλειό της. Σε λίγο το σιτάρι ήταν ασφαλισμένο στ' αμπάρια του σπιτιού και μετά απ' αυτό και τ' άχυρο στον αχυρώνα για την τροφή των ζώων το χειμώνα.
Όταν τελείωνε ο αλωνισμός όλων των σιτηρών της αγροτικής οικογένειας, η κορυφή του στέντζιρου στολίζονταν με μια σκούπα στεφανωμένη με κλαδιά και αγριολούλουδα. Κι ήταν σημάδι αποχαιρετισμού του αλωνιού, που πα­ρέμεινε ελεύθερο όλο το χρόνο για τα παιγνίδια των παιδιών της γειτονιάς και του χωριού.
                                
Το δερμόνισμαΣήμερα τ' αλώνια δεν χρησιμοποιούνται για τον αλωνισμό κι έπαψαν να υπάρχουν για τα παιγνίδια των παιδιών. Οι θεριστάδες δεν μεταχειρίζονται τα κοφτερά δρεπάνια τους κι οι θημωνιές δεν καρτερούν τη σειρά τους να αλωνιστούν. Όλα έχουν αντικατασταθεί με μηχανήματα κι ο γεωργός με μεγαλύτερη άνεση παίρνει αμέσως τον καρπό από το χωρά φι του. Και μόνο τα λίγα χορταριασμένα αλώνια, που απόμειναν στα πομακρυσμένα κι έρημα χωριά της ελληνικής υπαίθρου, θυμίζουν τη γραφικότητα της παλιάς εποχής μαζί με τα τραγούδια, που τόσο αγάπησε ο λαός:
Άντε ν'εκεί πέρα κι αντίπερα πέρα στα πέντε αλώνια μωρή κοντοπλεγμένη πέρα στα πέντε αλώνια κόρη αρραβωνιασμένη. Ν' εκεί λιχνίζουν δώδεκα λιχνίζουν δεκαπέντε. Άιντε κόρη ξανθή ξεσκυβαλνάει με τη χρυσή τη βέργα. Κι η μάνα της την έλεγε κι η μάνα της τη λέει: Φεύγα κόρη μ π' τον κουρνιαχτό μη σε μαυρίσ' ο ήλιος. Ν' εγώ τον ήλιο αγαπώ τον κουρνιαχτό ζηλεύω κι αυτόν τον πρώτο λιχνιστή τον έχω πρώτο φίλο.

Ο θερισμός και το αλώνισμα του σιταριού. Ο θερισμός του σιταριού γινόταν με χειρωνακτικό τρόπο τον Ιούνιο μήνα, που τον έλεγαν και «θεριστή». Κύριο εργαλείο για τον θερισμό ήταν το δρεπάνι. Κατά τον θερισμό συγκεντρώνονταν τα στάχυα κατ’ αρχάς σε μικρά δέματα, τα λεγόμενα «χερόβολα», κατόπιν από πολλά τέτοια χερόβολα γίνονταν τα μεγαλύτερα δέματα τα λεγόμενα «δεμάτια» και με τα ζώα μεταφέρονταν στις άκρες των αλωνιών και τοποθετούντο σε μεγάλους σωρούς, τις γνωστές «θημωνιές». Κατά τον θερισμό του σιταριού οι κάτοικοι του χωριού βιάζοντο να τελειώσει γρήγορα, γιατί, όπως και στην συγκομιδή του καλαμποκιού, εφοβούντο την αλλαγή του καιρού η αν έμεινε αθέριστο το χωράφι υπήρχε φόβος να πάθει ζημιά ο καρπός. Εδώ ίσχυε η παροιμία «θέρος, τρύγος, πόλεμος».
Το θέρισμα δεν διαρκούσε πολύ, γιατί γινόταν με βιασύνη, αλλά ούτε και πολλά σπαρτά με σιτάρι υπήρχαν. Διαρκούσε περί τις 4-5 ημέρες. Η παραγωγή, όπως και αλλού αναφέρεται, ήταν μικρή.
Στο τέλος του θερισμού και μετά το κουβάλημα στ’ αλώνια των «δεματιών» ακολουθούσε το αλώνισμα, που γινόταν τον Ιούλιο μήνα (Αλωνάρη) στ’ αλώνια του χωριού, που ήσαν στα άκρη του χωριού.
Το κάθε αλώνι ήταν ένας χώρος κυκλικός, επίπεδος και πλακόστρωτος, στο κέντρο του δε υπήρχε ένας στύλος ύψους 1,5 μ. περίπου όπου τον λέγανε «στήγερο». Τα στάχυα των δεμάτων απλώνονταν σ’ όλο σχεδόν το πλάτος του αλωνιού και κατόπιν από τον στύλο, που υπήρχε στο κέντρο, έδεναν 2 άλογα η μουλάρια με σχοινί, το ένα δίπλα στο άλλο κατά τέτοιο τρόπο με «λαιμαργιές», όπως τις έλεγαν, ώστε εύκολα να γυρίζουν γύρω στον στύλο μαζί, να μην μπορούν να φύγουν, αλλά και να μη σφίγγεται στο λαιμό τους. Τα συνταιριασμένα αυτά ζώα γύριζαν από το στύλο και τα δύο γιατί το άκρον του σχοινιού, που τα συγκρατούσε, ήταν δεμένο σε μια ξύλινη κουλούρα, περασμένη στο στύλο, που εύκολα γύριζε μαζί με τα περιστρεφόμενα ζώα, τα οποία πατούσαν τα στάχυα, πίσω τους δε ήταν ο λεγόμενος «Αλωνάρης», που κάπου- κάπου τα μαστίγωνε, σιγά βέβαια, φώναζε δε συγχρόνως, για να φοβούνται κι αυτά γύριζαν τρέχοντας. Έπαιρναν σαν αμοιβή το λεγόμενο «αλωνιστικό» σε είδος συνήθως (σιτάρι), εάν δεν γινότανε το αλώνισμα με (δανικά).
Όταν τελείωνε κατά το απόγευμα το αλώνισμα, έφευγε ο Αλωνάρης, το αφεντικό με την οικογένειά του μάζευε το περιεχόμενο του αλωνιού, το «λιώμα»,, όπως το λέγανε, κοντά στο στύλο σε σωρό και με άλλα εργαλεία, τα δικριάνια και τα φτυάρια άρχιζε το λίχνισμα, αν φυσούσε βέβαια. Ο αέρας ξεχώριζε τα άχυρα από τον καρπό, το σιτάρι. Μετά άρχιζε με το κόσκινο που είχε μεγάλες τρύπες, το κοσκίνισμα για τον καθαρισμό των σιταριών. Με το κοσκίνισμα ξεχώριζαν καθαρότατο πλέον τον καρπό από τυχόν ξένα μικροαντικείμενα. Στο τέλος το καθαρό πλέον σιτάρι το αποθήκευαν, στα κασόνια και ήταν πλέον έτοιμο για το μύλο. Τα υπολείμματα του αλωνιού μετά τον καθαρισμό του καρπού, τα άχυρα δηλαδή, τα κουβαλούσαν στους αχυρώνες, γιατί χρησίμευαν για τροφή των ζώων τον χειμώνα.
Τα δρεπάνια πλέον και τ’ αλώνια αποτελούν τα μεν πρώτα μνημειακά αντικείμενα, τα δε δεύτερα παραδοσιακούς τόπους. Τ’ αλώνια παραμένουν έρημα, βουβά και χωρίς ξεφωνητά. Είναι χωρίς στύλο και ερειπωμένα, γιατί η πλακόστρωσή τους άρχισε με την πάροδο του χρόνου και την αχρησία να αποσαθρώνεται, σε λίγα ακόμα χρόνια ακόμη μόνο ίχνη τους ίσως να υπάρχουν.



4 Ιουλίου 2010

ΤΑ ΜΕΤΕΩΡΑ "ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ"  ΣΤΑ ΤΡΙΚΑΛΑ
Μετέωρα
Στο Γεωγραφικό διαμέρισμα της Θεσσαλίας στα παλιά χρόνια, υπήρχε μια απέραντη λίμνη. Σύμφωνα με την παράδοση ένας μεγάλος σεισμός χώρισε τα βουνά στα δύο και ανάμεσα στον Όλυμπο και τον Κίσσαβο σχηματίστηκε ένα πέρασμα, τα Τέμπη. Τα νερά χύθηκαν στη θάλασσα και η Θεσσαλία έγινε μια πεδιάδα.
Σύμφωνα με τη θεωρία του Γερμανού γεωλόγου Αλ. Φίλιπσον, οι βράχοι των Μετεώρων δημιουργήθηκαν από μια μεγάλη μάζα από ποταμίσιες πέτρες, άμμο και λάσπη που ενώθηκαν για να σχηματίσουν ένα ενιαίο κώνο.
Όταν αργότερα, τα νερά της Θεσσαλικής λίμνης χύθηκαν στο Αιγαίο, αυτός ο ενιαίος όγκος χωρίστηκε εξαιτίας διαβρωτικής δράσης του νερού, των δυνατών ανέμων, των ραγδαίων βροχών και των σεισμικών δονήσεων, σχηματίζοντας λόφους και βράχους σε διάφορα σχήματα και μεγέθη.
Η στερεοποίηση των ποταμίσιων λίθων και της άμμου σε συμπαγείς βράχους, ήταν αποτέλεσμα της διάλυσης των ασβεστολιθικών πετρωμάτων, καθώς και της πίεσης που για πολλές χιλιάδες χρόνια ασκήθηκε στα χαμηλότερα απολιθώματα από τα υψηλότερα.
Η άποψη του Φίλιπσον θεωρείται ολοκληρωμένη επειδή εξηγεί τον βοτσαλωτό χαρακτήρα των βράχων και των λόφων και επειδή οι εξηγήσεις δεν βρίσκονται σε αντίθεση με την παράδοση που αναφέρεται στη θάλασσα της Θεσσαλίας.
Στο Νομό Τρικάλων και σε απόσταση 20 χιλιομέτρων από τα Τρίκαλα, πάνω από την Καλαμπάκα, υψώνονται περήφανοι και επιβλητικοί οι πέτρινοι βράχοι των ΑΓΙΩΝ ΜΕΤΕΩΡΩΝ, γεμάτοι απολιθωμένα όστρακα, μαρτυρώντας ένα μοναδικό γεωλογικό φαινόμενο. Στο μετεωρίτικο τοπίο το ύψος των βράχων φτάνει τα 400 μέτρα. Είναι το σημαντικότερο μετά το Άγιο Όρος, μοναστικό συγκρότημα στην Ελλάδα
Στις απάτητες αυτές κορφές, γύρω στο 1100 μΧ., έφτασαν στα Μετέωρα οι πρώτοι Ασκητές.
Σκαρφάλωσαν και φώλιασαν σαν τα πουλιά μέσα στις σπηλιές και στις κουφάλες των βράχων απομονωμένοι αναζητώντας εκεί με προσευχές και νηστείες την ψυχική τους πληρότητα και λύτρωση.
Οι βράχοι βρίσκονται μεταξύ γης και ουρανού. Όσοι είχαν την υπομονή να τους μετρήσουν βρήκαν ότι ξεπερνούν τους χίλιους.
Τον 14ο αιώνα, ο Όσιος Αθανάσιος ο Μετεωρίτης, συγκροτεί το πρώτο οργανωμένο μοναστικό κοινόβιο με κανονισμούς και το οργάνωσε σύμφωνα με το τυπικό των οργανωμένων μονών του Αγίου Όρους.
Ονομάστηκαν Μετέωρα από τον Όσιο Μετεωρίτη Αθανάσιο της Μονής του Μεγάλου Μετεώρου. Έκτοτε πάνω στους Ιερούς Βράχους ήρθαν και εγκαταστάθηκαν Μοναχοί και Μοναχές, οι οποίοι κοπιάζουν μέρα και νύχτα με εργασία, νηστεία, αγρυπνία, όχι μόνο για τη δική τους σωτηρία αλλά και για τη σωτηρία όλων των ανθρώπων με πολύωρες προσευχές και παρακλήσεις.
Ιδρύθηκαν από το 1350 έως το 1500 μΧ. 24 μοναστήρια αλλά με τη φθορά του χρόνου και το πέρασμα των αιώνων οι περισσότερες από τις Μονές ερημώθηκαν και λιγοστά χαλάσματα υπάρχουν σήμερα. Στις αρχές του 18ου αιώνα αρχίζει η παρακμή του Μετεωρίτικου μοναχισμού, με αποτέλεσμα, τόσο ο αριθμός των Μονών, όσο και των Μοναχών, να μειώνεται αρκετά και οι λίγοι Μοναχοί φροντίζουν για την επιβίωση και ανασυγκρότησή τους.
Από το 1960 και μέχρι σήμερα άρχισαν εργασίες αναστήλωσης και συντήρησης των μνημείων με έξοδα και φροντίδα των μοναχών της Αγιομετεωρίτικης μοναστικής πολιτείας.
Σε συνεργασία με την 7η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων γίνεται αναστήλωση των μοναστηριακών κτιρίων.
Επίσης οι μοναχοί και οι μοναχές με έξοδά τους και με τη φροντίδα τους συντηρούν καλλιτεχνικά χειρόγραφα, φορητές εικόνες και αγιογραφίες, χρυσοκέντητα και ξυλόγλυπτα αντικείμενα, ιερά κειμήλια και σκεύη άφταστης τέχνης, καθοριστικής ιστορικής και εθνικής αξίας.

3 Ιουλίου 2010

ΤΟ ΦΡΟΥΡΙΟ ΤΩΝ ΤΡΙΚΑΛΩΝ













To Φρούριο των Τρικάλων βρίσκεται στη ΒΑ πλευρά της πόλης. Σύμφωνα με τον Προκόπιο ανεγέρθηκε από τον Ιουστινιανό Α΄ (6ος αι.) πάνω στα ερείπια της ακρόπολης της αρχαίας Τρίκκης. Κατά την παλαιολόγεια περίοδο γνώρισε εκτεταμένες οικοδομικές και επισκευαστικές εργασίες Κατά την άλωση της πόλης από τους Οθωμανούς ορισμένα τμήματα του κάστρου καταστράφηκαν, ωστόσο η μεγάλη στρατηγική σημασία που απέκτησε η πόλη ως προκεχωρημένη βάση εναντίων των ανυπότακτων ορεινών πληθυσμών της Πίνδου και των Αγράφων ανάγκασε τους Οθωμανούς να επισκευάσουν, να συμπληρώσουν και να διατηρήσουν τα σωζόμενα τμήματα. Επανειλημμένες επισκευές γνώρισε το φρούριο μετά τις θεσσαλικές επαναστάσεις του 1854 και 1878. Το κάστρο αυτό αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα ασφάλειας για την αρχική ανάπτυξη του οικισμού στις πλαγιές και στους πρόποδές του. Επιστέφοντας ένα χαμηλό λόφο, δέσποζε πάνω από τα Τρίκαλα και στη γύρω πεδινή έκταση. Στην ανατολική πλευρά του φρουρίου οι Τούρκοι είχαν στήσει στα μέσα του 17ου αι. ένα μεγάλο ρολόι. Ο πύργος του Ωρολογίου των Τρικάλων, όπως και αυτός της Λάρισας είναι από τους παλαιότερους γνωστούς στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. Το σημερινό ρολόι αντικατέστησε το παλιότερο, το οποίο βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς. Το φρούριο παρουσιάζει τυπική μορφή βυζαντινής οχύρωσης: είναι επίμηκες, με άξονα από τα ΝΔ προς τα Β. και ενισχύεται κατά διαστήματα με τετράπλευρους πύργους. Εσωτερικά, διαιρείται κλιμακωτά με εγκάρσια τείχη, σε τρία τμήματα: α) στο κάτω φρούριο που βρίσκεται στο χαμηλότερο τμήμα της νότιας κλιτύος του λόφου, β) στο μεσαίο φρούριο που είναι και το μεγαλύτερο σε έκταση και γ) στο μικρό εσωτερικό φρούριο (ic kale) που βρίσκεται στην κορυφή του λόφου (ΒΑ γωνία), ενισχύεται από τέσσερις ογκώδεις και ψηλούς πύργους και αποτελούσε το έσχατο καταφύγιο των αμυνομένων. Η μορφή αυτή του φρουρίου διαμορφώθηκε σταδιακά. Υπολείμματα της οχύρωσης που συνδέεται με τη φάση του Ιουστινιανού έχουν επισημανθεί στη νότια πλευρά της ακρόπολης. Στην ίδια φάση ανήκει και η οχύρωση της ΒΑ πλευράς, που διασώζει μεταξύ άλλων τον περίδρομο του μεσαίου φρουρίου και ίχνη της κλίμακας που οδηγούσε σε αυτόν. Σήμερα η πλευρά αυτή καλύπτεται εξωτερικά από πυκνή δενδροφύτευση και εσωτερικά από κατακρημνίσματα. Η παλαιά συνοικία Βαρούσι αποτελούσε την εύπορη, χριστιανική και αυτοδιοικούμενη συνοικία της πόλης που εκτεινόταν κατά μήκος της ανατολικής πλευράς του Φρουρίου. Τα αρχοντικά του Βαρουσίου και οι πολυάριθμες εκκλησίες (συνολικά δέκα, που χρονολογούνται από τον 16ο ως τον 19ο αι.) αντικατοπτρίζουν την οικονομική και πολιτιστική άνθιση του 18ου και 19ου αι. που ήταν αποτέλεσμα της ανάπτυξης του εμπορίου και της βιοτεχνίας.

1 Ιουλίου 2010







GAUDI-ΜΙΑ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΙΔΙΟΦΥΙΑ

Ο Αντόνι Γκαουντί (Antoni Gaudí ή με το πλήρες του όνομα: Antoni Gaudí i Cornet) (25 Ιουνίου 1852 – 10 Ιουνίου 1926) ήταν σημαντικός Καταλανός αρχιτέκτονας της Αρ Νουβό. Γεννήθηκε στη Βαρκελώνη, όπου βρίσκονται και τα πιο σημαντικά έργα του, τα οποία ξεχωρίζουν για το σχεδιασμό τους.
Το τελευταίο και ένα από τα χαρακτηριστικά έργα του είναι η εκκλησία
Σαγράδα φαμίλια, η οποία έμεινε ημιτελής λόγω του θανάτου του αρχιτέκτονα.
Τα έργα του Γκαουντί δίνουν ιδιαίτερο χαρακτήρα στη Βαρκελώνη και αποτελούν πόλους έλξης για τους τουρίστες, οι οποίοι τα επισκέπτονται। Χαρακτηριστική είναι μια από τις τεχνικές του Γκαουντί ο οποίος χρησιμοποιούσε κομμάτια από κεραμικά πλακίδια για να διακοσμήσει και να χρωματίσει κάποια από τα έργα του. Σήμερα πολλά από τα διακοσμητικά αναμνηστικά που πωλούνται στη Βαρκελώνη χρησιμοποιούν την τεχνική αυτή.

Είναι δύσκολο να υποθέσουμε τι θα μπορούσε να είχε κάνει ο Γκαουντί αν είχε στην διάθεσή του σύγχρονα υλικά όπως το οπλισμένο σκυρόδεμα। Μπορεί ακόμη να τα είχε απορρίψει। Είχε αρνηθεί να χρησιμοποιήσει τσιμέντο, για παράδειγμα, αν και αυτό το υλικό βρέθηκε στην διάθεσή του. Προτιμούσε να κτίζει τις κολόνες του με τούβλα. Αν και τα κατασκευάσματα φαίνονται μάλλον υπερβολικά και οι επιφάνειες πολυδάπανες καθώς αστράφτουν στον ήλιο της Μεσόγειου ο Γκαουντί προτιμούσε να χρησιμοποιεί καθημερινά υλικά και πάντα πήγαινε προς τα πίσω στην μεγάλη παράδοση που είχε η πόλη του η Βαρκελώνη στους τεχνίτες των κεραμικών και των σιδηρουργείων. “Θέλετε να μάθετε που αντλώ τα τις ιδέες μου” είπε κάποτε σε έναν επισκέπτη στο εργαστήριό του. “Ένα όρθιο δέντρο, διακλαδίζεται σε κλαδιά και αυτά με την σειρά τους σε μικρότερα κλαδάκια και αυτά με την σειρά τους στα φύλλα. Και κάθε ιδιαίτερο ξεχωριστό κομμάτι του δέντρου αναπτύσσεται αρμονικά, θαυμάσια όπως ο Θεός ο τεχνίτης το δημιούργησε.” Στην εκκλησία της Αγίας Οικογένειας ο Γκαουντί σχεδίασε ένα ‘δάσος’ από κολόνες που διακλαδίζονται σε πολλές διευθύνσεις.

Όταν ο Albert Schweitzer επισκέφτηκε την εκκλησία ο Γκαουντί του εξήγησε την προσέγγιση του στο οικοδόμημα αναφερόμενος στον κουρασμένο, αργοκίνητο γάιδαρο ο οποίος μεταφέρει την Αγία Οικογένεια στην Αίγυπτο: “Όταν έγινε γνωστό ότι έψαχνα για έναν γάιδαρο σαν μοντέλο για την φυγή στην Αίγυπτο μου έφεραν τον ομορφότερο γάιδαρο στην Βαρκελώνη. Αλλά δεν μπορούσα να τον χρησιμοποιήσω.” Τελικά βρήκε τον γάιδαρο που ζητούσε δεμένο στο όχημα μιας γυναίκας που πουλούσε υλικά καθαρισμού. “Το κεφάλι του κρέμονταν κάτω, σχεδόν ακουμπούσε στο έδαφος. Μετά από μεγάλη προσπάθεια έπεισα την γυναίκα να τον φέρει σε μένα. Τότε, αφού ο γάιδαρος είχε καλυφθεί, σπιθαμή προς σπιθαμή, με πηλό, άρχισε να κλαίει γιατί νόμισε ο γάιδαρος δεν θα επιζούσε. Αυτός ήταν ο γάιδαρος για την φυγή προς την Αίγυπτο και είναι εντυπωσιακός γιατί δεν είναι μια επινόηση αλλά πραγματικός.”
Η σχέση αυτή του Γκαουντί με την φύση είναι που τον διακρίνει από τους άλλους εκπροσώπους της Art Nouveau ρεύμα στο οποίο τον κατατάσσουν συνήθως. Η τάση για διακόσμηση στην Art Nouveau είναι βασισμένη σε φυσικές φόρμες αλλά παραμένει καθαρά διακοσμητική και πάνω από όλα καθαρά γραμμική. Για τον Γκαουντί η φύση αποτελείται από δυνάμεις που δουλεύουν κάτω από την επιφάνεια, η οποία μερικά είναι και η έκφραση αυτών των εσωτερικών δυνάμεων. Για παράδειγμα μελέτησε πως συμπεριφέρονται συμπλέγματα από πέτρες όταν βρεθούν κάτω από μεγάλη πίεση τοποθετώντας τις σε υδραυλική πρέσα. Οι πέτρες δεν θρυμματίσθηκαν ή δεν σχίστηκαν κατά την διεύθυνση από την κορυφή προς τον πάτο αλλά διογκώθηκαν στο μέσον, φαινόμενο που ο Γκαουντί πίστευε ότι γνώριζαν οι αρχαίοι Έλληνες που κατασκεύαζαν τις κολόνες τους λίγο παχύτερες στο μέσον.
Ο Γκαουντί ήταν ένας πραγματιστής. Σε αντίθεση με άλλους αρχιτέκτονες της εποχής του δεν εργαζόταν ποτέ στο σχεδιαστήριο. Ήταν πάντα παρών στον τόπο κατασκευής των έργων, συσκέπτονταν με τους εργαζόμενους, δοκιμάζοντας πρόχειρες κατασκευές, απορρίπτοντας ιδέες. Τα σχέδιά του έμοιαζαν με σκίτσα ιμπρεσιονιστών περισσότερο παρά με σχέδια αρχιτέκτονα.
Ο Γκαουντί πειραματίζονταν πριν κτίσει. Προετοιμάζοντας τα σχέδια για το παράτολμο τόξο στην εκκλησία Guell Colony επινόησε ένα μοντέλο από νήματα στα οποία κρέμασε μικρούς σάκους από άμμο που αντιστοιχούσαν στα βάρη που τα τόξα και οι κολόνες έπρεπε να στηρίζουν. Η εικόνα από την παραπάνω επινόηση αρκεί να ειδωθεί ανάποδα για να μας δώσει την εικόνα του πως θα πρέπει να είναι η τελική κατασκευή. Αυτή η μέθοδος δεν είναι ασυνήθιστη σήμερα δεκαετίες μετά το πρώτο πείραμα. Οι εργάτες συχνά ρωτούσαν πως ήταν δυνατόν να στηριχθούν αυτού του είδους οι κατασκευές!
Η δουλειά του Γκαουντί δεν θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει απομονωμένα στον σχεδιαστικό πάγκο. Αυτό έχει να κάνει εκτός των άλλων και με την ιδιαίτερη αίσθηση του Γκαουντί για τον χώρο. Η φιλοδοξία του ήταν να ξεφύγει από τους συμβατικούς τοίχους. Οι ιδέες του για τα σπίτια ήταν ότι αυτά είναι οργανικά σώματα που μπορούν και ζουν από μόνα τους.
Η πραγματιστική αυτή προσέγγιση του Γκαουντί είχε και αρνητικές επιπτώσεις. Δεν ήταν ποτέ ένας θεωρητικός της αρχιτεκτονικής και πάνω από όλα δεν δημιούργησε σχολή με την αυστηρή έννοια. Επίσης, με εξαίρεση κάποια έργα των πρώτων χρόνων, δεν άφησε γραπτά κείμενα. Τα περισσότερα κείμενα που αποδίδονται στον Γκαουντί βασίζονται σε διαδόσεις. Σύντομα, μετά τον θάνατό του, το στυλ του Γκαουντί πέρασε στο περιθώριο. Η σχολή Μπαουχάους, με το στυλ που βασίζεται στην λειτουργικότητα, αντέκρουσε τον Γκαουντί.

29 Ιουνίου 2010

Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ


"Ο ΜΗ ΔΑΡΕΙΣ ΟΥ ΠΑΙΔΕΥΕΤΑΙ"
Η εκπαίδευση στο Βυζάντιο δεν ήταν υποχρεωτική. Σχολεία, δάσκαλοι και βιβλία ήταν συγκεντρωμένα στις πόλεις, όπου και εκεί απευθύνονταν σε μία μικρή μερίδα των ανθρώπων. Τα σχολεία ήταν ιδιωτικά ή εκκλησιαστικά, τα παιδιά πήγαιναν σ' αυτά σε ηλικία 6 έως οκτώ ετών και οι γονείς τους πλήρωναν τα δίδακτρα σε είδος ή χρήματα. Μάλιστα τα υψηλά δίδακτρα της ιδιωτικής διδασκαλίας την έκαναν απρόσιτη για τις περισσότερες οικογένειες των Βυζαντινών.
Δύο ήταν οι βαθμίδες εκπαίδευσης του Βυζαντίου : Η προπαιδεία, που αντιστοιχεί στο σημερινό δημοτικό, διαρκούσε 3 ως 4 χρόνια και η εγκύκλιος παιδεία, που αντιστοιχεί στο γυμνάσιο και το λύκειο, διαρκούσε 4 χρόνια και φοιτούσαν μαθητές από τα 12 ή 14 χρόνια τους. Το βασικό(προπαιδεία) είχε 4 τάξεις. Στις δυο πρώτες οι μαθητές μάθαιναν να διαβάζουν, να γράφουν και να λογαριάζουν ενώ στις μεγαλύτερες μάθαιναν ορθογραφία, γραμματική, αριθμητική και ιστορίες από την Αγία Γραφή, τον Όμηρο και τους μύθους του Αισώπου. Στα εκκλησιαστικά σχολεία φοιτούσαν και ορφανά ή μαθητές από άλλες περιοχές δωρεάν.
Τα κορίτσια(από τον 11ο αιώνα και έπειτα άρχισαν το σχολείο) και αρκετά αγόρια δεν πήγαιναν σχολεία. Έμεναν στο σπίτι, βοηθούσαν στις δουλειές και τα διαπαιδαγωγούσαν οι γονείς και οι παππούδες τους. Όσα αγόρια δεν πήγαιναν σχολείο μάθαιναν τέχνες σε ειδικούς τεχνίτες.
Τα σχολεία στο Βυζάντιο δεν στεγάζονταν όπως σήμερα σε μεγάλα κτίρια με αυλές και πολλά παράθυρα. Ως αίθουσες διδασκαλίας χρησίμευαν δωμάτια στον περίβολο των εκκλησιών, σε νάρθηκες, όπως επίσης και σε οικήματα κοντά σε μοναστήρια.
Στις αίθουσες δεν υπήρχαν θρανία. Υπήρχαν μόνο λίγες ξύλινες ψηλές καρέκλες, τις αναβάθρες, δηλαδή σκαμνάκια. Μερικές φορές τα σχολεία στεγάζονταν μέσα σε εκκλησίες ή μοναστήρια.

Οι μαθητές έγραφαν με στυλόν ή γραφείον, που είχε μυτερή ακίδα στο ένα άκρο ώστε τα γράμματα να χαράζονται εύκολα, και πεπλατυσμένη στο άλλο για να σβήνουν. Έγραφαν πάνω σε ξύλινες πινακίδες, τα σχεδάρια, σε παπύρους και περγαμηνές που τις κουβαλούσαν στον μάρσιπο, δηλαδή στην τσάντα τους. Πάνω στον πάπυρο και στην περγαμηνή έγραφαν με ένα ειδικά ξυσμένο καλάμι, το κάλαμον, που το βουτούσαν σε μελάνι μαύρο συνήθως. Μαζί τους είχαν ένα μαχαιράκι για να ξύνουν τη μύτη του καλάμου που ήταν χαραγμένη κατά μήκος ώστε να συγκρατεί το μελάνι. Το χαρτί, αν και ήταν από παλιά γνωστό, άρχισε να χρησιμοποιείται ευρύτερα στο Βυζάντιο μόλις τον 11ο αιώνα και γρήγορα αντικατέστησε την περγαμηνή. Τα παιδιά πήγαιναν στα σχολείο με τα καθημερινά τους ρούχα και έτρωγαν το μεσημέρι εκεί. Μερικοί μαθητές ζούσαν στο σχολείο και άλλοι επέστρεφαν στα σπίτια τους. Ορισμένες φορές οι κακές καιρικές συνθήκες εμπόδιζαν τα παιδιά να πάνε σχολείο. Πολύ συχνές ήταν και οι τιμωρίες, μάλιστα τις περισσότερες φορές έβρισκαν σύμφωνους και τους γονείς που πίστευαν ότι οι σωματικές τιμωρίες ήταν ωφέλιμες για τα παιδιά τους."Ο μη δαρείς ου παιδεύεται" έλεγαν τότε δηλαδή "Όποιος δε δαρθεί δε μαθαίνει γράμματα"