26 Φεβρουαρίου 2010

Η ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ ΩΣ ΤΕΧΝΗ ΙΕΡΑ
Αγιογραφία - Μελέτη - Ιστορία
Κάποιος σύγχρονος αγιογράφος αφιέρωσε ένα βιβλίο του «Στην αγαθή Σοφία του Θεού, που δημιούργησε το κάλλος». Πράγματι, ο Θεός χάρισε στον άνθρωπο την δυνατότητα να αποτυπώνει πάνω σε άψυχες επιφάνειες διάφορες συνθέσεις, πρόσωπα, τοπία, να εκφράζει συναισθήματα, να δημιουργεί ένα είδος ζωής. Ποιος δεν μένει εκστατικός μπροστά στα μοναδικά αριστουργήματα μεγάλων ζωγράφων καλλιτεχνών, οι οποίοι υπηρέτησαν την τέχνη αυτή στο διάβα των αιώνων; Όμως παρ' όλη την καλλιτεχνική αξία και ωραιότητα των έργων αυτών, δεν έπαψαν και δεν παύουν να είναι έργα που αναφέρονται στον άνθρωπο. Γι' αυτό και η ευεργετική Πρόνοια του Τριαδικού Θεού δεν σταμάτησε εδώ.
Το Πανάγιον Πνεύμα ενέπνευσε θεοφιλείς ψυχές και τις επροίκισε με καλλιτεχνική και πνευματική ευαισθησία ώστε να επιδοθούν και τελικώς να επιτύχουν να αποδώσουν δια χρωμάτων και γραμμών όχι απλώς ένα είδος ζωής αλλά αυτή την ίδια την Ζωή. Τον Θεάνθρωπο και Σωτήρα μας Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν και Λόγον του Θεού, «τον ωραίον κάλλει παρά πάντας ανθρώπους».
Το ότι τα επιτεύγματα των χριστιανών αγιογράφων είναι θεόπνευστα μπορεί κανείς εύκολα να το διαπιστώσει έχοντας ως οδηγό την Αγία Γραφή. Στο βιβλίο της Εξόδου αναφέρονται τα παρακάτω: «και ελάλησε Κύριος προς Μωϋσήν λέγων. Ιδού ανακέκλημαι εξ ονόματος τον Βεσελεήλ τον του Ουρείου τον Ωρ, εκ της φυλής Ιούδα, και ενέπλησα αυτόν πνεύμα θείον σοφίας και συνέσεως και επιστήμης εν παντί έργω διανοείσθαι και αρχιτεκτονήσαι...» (Εξ 31,1-5). Αν λοιπόν στους χρόνους της Π. Διαθήκης για την κατασκευή της Σκηνής του Μαρτυρίου έδωσε ο Θεός στον Βεσελεήλ «πνεύμα θείον σοφίας», πόση άραγε σοφία και έμπνευση έδωσε στους μαΐστορες της Καινής Διαθήκης ώστε να απεικονίσουν το αρχέτυπο κάλλος της μορφής του Κυρίου;
Έτσι λοιπόν έκανε την εμφάνισή της και εν συνεχεία αναπτύχθηκε η Ορθόδοξη Αγιογραφία, ή όπως αλλιώς ονομάστηκε η Ζωγραφική της Ορθοδοξίας. Στην εποχή μας παρατηρείται ένα γενικότερο ρεύμα επιστροφής στις πηγές της Ορθοδόξου παραδόσεως. Μέσα στην προσπάθεια αυτή εντάσσεται και η επί των ημερών μας αναβίωσις της βυζαντινής αγιογραφίας. Πολλοί Έλληνες και ξένοι θεολόγοι, οι διάφοροι ειδικοί στα θέματα της τέχνης, ορθόδοξοι και μη, έχουν αντιληφθεί ότι η αγιογραφία δεν είναι ένα είδος τέχνης, που εξυπηρέτησε μόνο την εποχή της. Ανακάλυψαν μάλιστα, ότι εκείνα που θεωρούσαν ότι είναι ατέλειες και ελλείψεις της, έχουν κάποιο μυστικό, πνευματικό και θεολογικό βάθος. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το κλειδί κατανοήσεως της ορθοδόξου εικόνος. Εδώ ως θησαυρός κεκρυμένος ανιχνεύεται ο σκοπός και τελικά ανακαλύπτεται η αξία της εικονογραφίας.
Η εικόνα δεν βοηθά απλώς την μνήμη να αναπλάσει παλαιά γεγονότα ή πρόσωπα, αλλά δημιουργεί μια αίσθηση παρουσίας. Φέρνει τον πιστό σε προσωπική σχέση και επαφή με την υπόσταση του εικονιζομένου αγίου. Άρα, λοιπόν, η εικόνα δεν είναι απλό έργο τέχνης η θρησκευτικός πίνακας, αλλά όπως εμφαντικώς τονίζουν ο Λ. Ουσπένσκι και ο Φ. Κόντογλου, είναι ένα ιερό λειτουργικό σκεύος που αγιάζει τον άνθρωπο. Πολύ πετυχημένα ονομάσθηκε ως μία Αγία Γραφή για τους απλούς και τους αγράμματους και ως μία οπτική θεολογία για τους θεωρούς και τους ειδήμονες. Οι θείες εικόνες «ομιλούν» εντός των καρδιών των ανθρώπων και κάθε ψυχή η οποία θα ατενίσει στις θείες αυτές μορφές και παραστάσεις επιτυγχάνει την επικοινωνία μετά του Θεού και των αγίων Του.
Το Ιερό Ησυχαστήριο θέλοντας ταπεινά να συμβάλει στην πνευματική αναβάθμιση του λαού του Θεού και να τον διαφωτίσει γύρω από την θεολογία της αγίας εικόνος, προβαίνει σε αυτήν την με απλά λόγια παρουσίαση, ώστε έχοντας οι πιστοί την απαραίτητη γνώση, να προσκυνούν συνειδητά και να ανάγονται με τον νού και την καρδιά τους εις το πρωτότυπον, όπως ο Μέγας Βασίλειος διακηρύττει ότι «η της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει».

9 Φεβρουαρίου 2010

ΜΕΘΟΔΙΟΣ ΚΑΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ(ΚΥΡΙΛΛΟΣ)
Οι γονείς των δύο αδελφών ήταν ευγενικής καταγωγής. Ο πατέρας τους Λέων υπηρετούσε στη Θεσσαλονίκη ως δρουγγάριος, δηλαδή ως χιλίαρχος, και έπειτα προβιβάστηκε σε στρατηγό. Συγκέντρωσε τότε στα χέρια του την πολιτική και τη στρατιωτική εξουσία της Μακεδονίας. Είχαν εφτά παιδιά, εκ των όποιων το τελευταίο, ο Κωνσταντίνος, γεννήθηκε το 827. Ο Μεθόδιος ίσως να είχε γεννηθεί το 820.
Η ατμόσφαιρα ευσέβειας που επικρατούσε στο σπίτι του Λέοντα έδωσε στους δύο αδελφούς την πρώτη ώθηση προς τις πνευματικές ενασχολήσεις. Τα βήματά τους οδηγούνταν συχνά στους περίφημους ναούς της πόλης, στην Αχειροποίητο και την Αγία Σοφία, και πολύ συχνότερα στο ναό του πολιούχου Αγίου Δημητρίου, του οποίου τη λιτανεία παρακολουθούσαν κάθε χρόνο στη μεγάλη λεωφόρο. Άλλοτε πάλι έβγαιναν έξω από τα τείχη για να επισκεφτούν τα πολυάριθμα μοναστήρια που ήταν διασκορπισμένα στην ύπαιθρο. Η συμμετοχή τους στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας καλλιέργησε και εξευγένισε το χαρακτήρα τους.
Όταν πέθανε ο πατέρας τους, ο Μεθόδιος είχε τελειώσει τις σπουδές του. Είχε παρακολουθήσει πρόγραμμα μαθημάτων που προορίζονταν για αυτούς που είχαν εκπαιδευτεί για να καταλάβουν θέση στην ανώτερη κρατική υπαλληλία. Από την αυτοκράτειρα Θεοδώρα διορίστηκε διοικητής «σκλαβηνίας», δηλαδή επαρχίας της ελληνικής αυτοκρατορίας που κατοικούταν κατά πλειονότητα από σλαβικούς πληθυσμούς, που είχαν εισβάλει ειρηνικά και είχαν καταλάβει αραιοκατοικημένες περιοχές. Εκεί επιδόθηκε συστηματικότερα στην εκμάθηση της σλαβικής γλώσσας, της οποίας στοιχεία γνώριζε ήδη από τους σλαβικής καταγωγής υπηρέτες της οικογένειάς του.
Έπειτα από μερικά χρόνια εγκατέλειψε αυτό το αξίωμα, για να αποσυρθεί στον Όλυμπο της Βιθυνίας. Το όρος αυτό ήταν τότε ό,τι αργότερα έγινε ο Άθως: όρος των μοναχών. Εγκαταστάθηκε λοιπόν σε ένα από τα μοναστήρια του και επιδόθηκε με ζήλο στην άσκηση, την προσευχή και τη μελέτη της θεολογίας.
Ο Κωνσταντίνος, που μετονομάστηκε σε Κύριλλος τις τελευταίες μέρες της ζωής του, επέδειξε από μικρή ηλικία αξιόλογη ικανότητα στη μάθηση. Σε ηλικία 14 ετών, όσο ήταν όταν πέθανε ο πατέρας του, γνώριζε από μνήμης τα συγγράμματα του Γρηγορίου του Θεολόγου. Αργότερα πήγε στην Κωνσταντινούπολη για να συνεχίσει τις σπουδές του στο εκεί πανεπιστήμιο, το οποίο μόλις τότε είχε επανιδρυθεί και λειτουργούσε υπό τη διοίκηση του διακεκριμένου επιστήμονα Λέοντα του Μαθηματικού, πρώην αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης. Φιλοξενούταν στην πρωτεύουσα και είχε ως κηδεμόνα τον λογοθέτη του δρόμου, δηλαδή πρωθυπουργό, Θεόκτιστο, που ήταν συγγενής του. Κοντά στον Λέοντα και τον Φώτιο σπούδασε γεωμετρία, αστρονομία, μουσική, ρητορική, φιλολογία, διαλεκτική και φιλοσοφία. Ιδιαίτερη επίδοση είχε στη γλωσσομάθεια. Υπήρξε φαινόμενο πολυγλωσσίας, όχι μόνο για εκείνη την εποχή, κατά την οποία ήταν άγνωστες οι μέθοδοι διδασκαλίας ξένων γλωσσών, αλλά και για όλες τις εποχές· διότι εκτός από την ελληνική γνώριζε τη σλαβική, τη συριακή, την εβραϊκή, τη σαμαρειτική, την αραβική, τη χαζαρική (τουρκική), τη λατινική, πιθανώς όμως και άλλες γλώσσες.
Αντίθετα από τον αδελφό του ο Κωνσταντίνος δεν εγκατέλειψε την πρωτεύουσα, μολονότι κάποια στιγμή σκέφτηκε να τον μιμηθεί πηγαίνοντας σε ασκητήριο του Βοσπόρου. Χειροτονήθηκε ιερέας, διορίστηκε βιβλιοθηκάριος του πατριαρχείου και τέλος αναδείχτηκε σε καθηγητή της φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης. Από τότε ονομαζόταν Κωνσταντίνος ο Φιλόσοφος. Ζούσε όμως και αυτός ασκητικά.
Οι δύο αδελφοί προετοιμάζονταν για τις μεγάλες αποστολές, στις οποίες επρόκειτο να κληθούν. Κατείχαν αξιόλογη ικανότητα για δράση και είχαν αποκτήσει αξιοζήλευτη επιστημονική κατάρτιση. Αναζητούσαν και κάτι άλλο, την πνευματική τελειότητα. Στα μοναχικά τους κελιά κατόρθωναν να ανεβαίνουν προς τον Θεό με την προσευχή και η άνοδος ήταν γι' αυτούς μία διαρκής εμπειρία. Ήταν άνθρωποι κατά το σώμα και άγγελοι κατά την ψυχή.
ΕΝ ΑΝΑΜΟΝΗ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ
Κατά την επιστροφή των δύο ιεραποστόλων στην Κωνσταντινούπολη από τη Χαζαρία, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ ο Γ' και ο πατριάρχης Φώτιος έδειξαν μεγάλη ικανοποίηση. Με την ευκαιρία προσπάθησαν να πείσουν τον Μεθόδιο να μην πάει στον Όλυμπο, γιατί τον θεωρούσαν απαραίτητο στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Του πρότειναν να δεχτεί το αξίωμα του επισκόπου, προορίζοντάς τον μάλλον για τη Ρωσία, αλλά αρνήθηκε και έτσι αναγκάστηκαν να στείλουν άλλον. Τους έκανε όμως τη χάρη να μην πάει στον Όλυμπο, αλλά να γίνει ηγούμενος στη μονή Πολυχρονίου, που βρίσκεται στην Προποντίδα, ανατολικά της Κυζίκου. Έτσι, ήταν πιο κοντά στην πρωτεύουσα.
Ο Κωνσταντίνος τοποθετήθηκε ως καθηγητής της πατριαρχικής θεολογικής σχολής, που στεγαζόταν σε συγκεκριμένα κτίρια των Αγίων Αποστόλων. Δίδασκε, μελετούσε και προετοιμαζόταν για κάτι το μεγαλειώδες, το οποίο τον περίμενε.
Το 862 ο ηγεμόνας της Μοραβίας Ροστισλάβος έστειλε στην Κωνσταντινούπολη πρεσβεία και ζήτησε άνθρωπο για να διδάξει τον χριστιανισμό στους υπηκόους του. Το Βυζάντιο και το οικουμενικό πατριαρχείο είχαν διευθετήσει τα πράγματα με τέτοιο τρόπο ώστε οι ίδιοι οι ηγεμόνες των απολίτιστων λαών να ζητούν ιεραποστολή. Το γράμμα που έφεραν οι απεσταλμένοι έλεγε: «Είμαστε Σλάβοι, άνθρωποι απλοϊκοί. Ο λαός μας αρνήθηκε την ειδωλολατρία και τιμά το χριστιανικό νόμο, αλλά δεν έχουμε δάσκαλο ικανό να μας διδάξει την αληθινή πίστη στη γλώσσα μας. Άλλοι λαοί θα ακολουθήσουν προφανώς το παράδειγμά μας. Στείλε μας, λοιπόν, Κύριε, τέτοιον επίσκοπο και δάσκαλο. Από εσάς, πράγματι, μεταδίδεται ο καλός νόμος προς όλες τις χώρες».
Αμέσως έγινε συμβούλιο με πρόεδρο τον αυτοκράτορα Μιχαήλ τον Γ', στο οποίο συμμετείχαν ο πρωθυπουργός Βάρδας, ο πατριάρχης Φώτιος και άλλες προσωπικότητες. Όλοι ήθελαν τον Κωνσταντίνο, τον οποίο κάλεσε ο αυτοκράτορας και του είπε: «Γνωρίζω, φιλόσοφε, ότι αισθάνεσαι κουρασμένος, αλλά πρέπει εσύ να πας εκεί, διότι κανείς άλλος δεν μπορεί να φέρει σε πέρας αυτήν την αποστολή». Ο φιλόσοφος απάντησε ότι, είτε είναι κουρασμένος είτε είναι άρρωστος, θα πάει εκεί με χαρά· αρκεί να έχουν εκεί αλφάβητο κατάλληλο για τη γλώσσα τους. Βέβαια είχε ο ίδιος μεταφράσει κείμενα στη σλαβική με ελληνικούς χαρακτήρες και παρατήρησε ότι δεν αποδίδονται όλοι οι φθόγγοι. Ο αυτοκράτορας τότε είπε: «Ο παππούς μου, ο πατέρας μου και πολλοί άλλοι έχουν ψάξει αλφάβητο, αλλά δε βρήκαν. Πώς θα το κατόρθωνα εγώ;» Ο Κωνσταντίνος αισθάνθηκε αδύναμος, αλλά ο αυτοκράτορας συνέχισε: «Εάν θέλεις, ο Θεός μπορεί να σε βοηθήσει να βρεις, γιατί αυτός δίνει σε αυτούς που ζητούν και ανοίγει σε αυτούς που χτυπούν».
Ο φιλόσοφος αποχώρησε από τη συνεδρίαση και κατά τη συνήθειά του άρχισε να προσεύχεται μαζί με μερικούς συνεργάτες του. Η βοήθεια του Θεού δεν άργησε να φανερωθεί. Ο Κωνσταντίνος, αφού του δόθηκε φώτιση από τον Θεό, δημιούργησε το πρώτο σλαβικό αλφάβητο και έπειτα ασχολήθηκε με τη μετάφραση του ευαγγελικού κειμένου του Ιωάννη: «Εν αρχή ην ο Λόγος».
Η γραφή που επινόησε ο Κύριλλος λέγεται γλαγολιτική. Ενώ στηρίζεται κατ' αρχήν στη μικρογράμματη ελληνική γραφή, στρογγυλοποιεί, περιπλέκει και αλλάζει τους χαρακτήρες. Για τους φθόγγους που απουσιάζουν από την ελληνική χρησιμοποιεί παραλλαγμένους εβραϊκούς χαρακτήρες ή άλλους που επινόησε ο ίδιος. Ο Κύριλλος ήθελε με τη δύσκολη αυτή γραφή να τονίσει την εθνική και γλωσσική ιδιομορφία των Σλάβων. Αργότερα, η γραφή άλλαξε, δηλαδή είχε ως βάση τη μεγαλογράμματη ελληνική και απλουστεύτηκε· έτσι δημιουργήθηκε η λεγόμενη «κυρίλλειος γραφή».
Η γλώσσα στην οποία οι δύο αδελφοί μετέφρασαν τα βιβλικά και λειτουργικά κείμενα ήταν αυτή που μιλούσαν τότε τα νοτιοσλαβικά φύλα τα οποία είχαν εισχωρήσει σε εδάφη της ελληνικής αυτοκρατορίας. Πολλοί Δραγοβίτες και Σαγουδάτες έρχονταν για εμπορικούς λόγους στη Θεσσαλονίκη και ακόμη περισσότεροι εργάζονταν ως υπηρέτες σε οικογένειες Θεσσαλονικέων ευγενών. Τα μέλη αυτών των οικογενειών, όπως και οι έμποροι, μάθαιναν πολλές λέξεις της ακατέργαστης εκείνης διαλέκτου αναγκαστικά, διότι οι μη πολιτισμικά αναπτυγμένοι αυτοί μέτοικοι δεν ήταν σε θέση να μάθουν την εκλεπτυσμένη και πολύπλοκη ελληνική, και διαφορετικά θα ήταν αδύνατη η συνεννόηση. Φυσικά άνθρωποι της επίδοσης του Κωνσταντίνου και του Μεθοδίου με ευχέρεια καταλάβαιναν όλο το μηχανισμό της γλώσσας αυτής.
Επειδή τα σλαβικά φύλα είχαν χωριστεί το ένα από το άλλο μόλις πριν από τετρακόσια περίπου χρόνια, δεν υπήρχαν ακόμη μεταξύ τους μεγάλες διαλεκτικές διαφορές. Επομένως η γλώσσα των νότιων Σλάβων ήταν κατανοητή από τους δυτικούς και τους βόρειους Σλάβους.
Αλλά η γλωσσική μορφή την οποία χρησιμοποίησαν οι δύο αδελφοί δεν ήταν τελείως όμοια με την ομιλούμενη εκείνη διάλεκτο, καθώς είχε αλλάξει με τη γραφίδα τους. Απέκτησε σύνθετες λέξεις, νέους γλωσσικούς τύπους και ιεροπρεπή χαρακτήρα. Αν και ήταν μέχρι ένα σημείο γλώσσα τεχνητή και ποτέ δε χρησιμοποιήθηκε αυτούσια στον προφορικό λόγο, αποτέλεσε τη βάση της ανάπτυξης όλων των εθνικών σλαβικών γλωσσών και έγινε μέσο ενότητας των σλαβικών λαών από την εποχή εκείνη μέχρι σήμερα.
Ο Κωνσταντίνος, πριν ξεκινήσει για το μεγάλο ταξίδι, μετέφρασε τα τέσσερα ευαγγέλια, τις επιστολές της Καινής Διαθήκης και συλλογή πατερικών κειμένων. Συνέγραψε επίσης γραμματική και ομιλίες. Στη μετάφραση των Ευαγγελίων έβαλε ως πρόλογο ένα ποίημά του, το οποίο φανερώνει τις επιδιώξεις των ιεραποστόλων:

Στόμα μη γενόμενον γλυκύτητος
μεταβάλλει τον άνθρωπον εις λίθον·
πολύ περισσότερον ψυχή εστερημένη γραμμάτων
αποναρκούται μέσα εις την ανθρώπινην ύπαρξιν.
Λαβόντες λοιπόν αυτά ύπ' όψιν, αδελφοί,
σας φέρομεν κατάλληλον συμβουλήν,
η οποία ελευθερώνει όλην την οικουμένην
από την κτηνώδη ζωήν και τα πάθη.

Η πορεία του Χριστιανισμού στο μέσο των σλαβικών εθνών υπήρξε ραγδαία και μεγαλειώδης. Μετά από μακροχρόνια προετοιμασία άρχισε το 860 και σχεδόν ολοκληρώθηκε μέσα σε είκοσι χρόνια, εκτός από την περίπτωση των Ρώσων, κατά την οποία καθυστέρησε μερικές ακόμη δεκαετίες.
Τα επεισόδια, τα οποία η ιστορία αναφέρει σχετικά με τον εκχριστιανισμό αυτών των λαών, φαίνονται ως μεμονωμένες και ασυνάρτητες ενίοτε ενέργειες. Αν αυτό ανταποκρινόταν στα πράγματα, θα έμενε ανεξήγητο πώς μέσα σε εκείνα τα είκοσι χρόνια έγιναν στους Σλάβους τόσα πολλά πράγματα, όσα δεν είχαν γίνει όλους τους προηγούμενους αιώνες. Πράγματι υπάρχει μεταξύ αυτών ένας συνεκτικός δεσμός και πίσω από αυτά διαφαίνεται μία δύναμη η οποία θέτει σε κίνηση καλοσχεδιασμένο πρόγραμμα. Η δύναμη είναι το οικουμενικό πατριαρχείο, το οποίο προγραμμάτισε όλο το έργο. Εκτελεστές αυτού του προγράμματος υπήρξαν τα δύο αδέλφια από τη Θεσσαλονίκη, ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος, οι οποίοι εργάστηκαν ακούραστα μεταξύ όλων των σλαβικών λαών, Ρώσων, Μοραβών, Σλοβένων, Κροατών, Σέρβων, Σλοβάκων, Τσέχων, Πολωνών και Βουλγάρων.
Το έργο τους ήταν βασικά θρησκευτικό. Μέσα από τις ενέργειές τις δικές τους και των μαθητών τους όλοι οι σλαβικοί λαοί εισήλθαν στη χορεία των χριστιανικών εθνών. Αλλά μαζί με το χριστιανισμό παραδόθηκαν σε αυτούς και όλες οι εξημερωτικές δυνάμεις. Μαζί με τα ιδεώδη της πίστεως οι απόστολοι δίδαξαν στους Σλάβους την αγάπη και την ευγένεια και τους εμφύτευσαν το πνεύμα της θυσίας. Τους χάρισαν τους πρώτους γραπτούς νόμους, με τους οποίους οργάνωσαν καθεστώς ευνομίας και ευταξίας. Τους πρόσφεραν γλώσσα γραπτή και έτοιμη να χρησιμοποιηθεί στη θεολογία, τη λογοτεχνία, την επιστήμη και την παιδεία. Η γλώσσα αυτή αποτέλεσε κρίκο που συνέδεσε όλον τον σλαβικό κόσμο.
Γι' αυτό τα σλαβικά έθνη αισθάνονται αιώνιο χρέος στους δύο Θεσσαλονικείς αδελφούς, ενώ η Θεσσαλονίκη μαζί με ολόκληρο τον ελληνισμό αισθάνεται δίκαια υπερηφάνεια γι' αυτούς.





21 Ιανουαρίου 2010

ΤΟΠΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ-ΣΤΟΧΟΙ-ΣΚΟΠΟΙ
Ο παιδαγωγικός στόχος που επιδιώκεται με την Τοπική Ιστορία συνοψίζεται στα ακόλουθα :
α΄. Να ευαισθητοποιήσουμε τα παιδιά να προσέξουν κάποιο ιστορικό θέμα του τόπου τους, ορατό , επισκέψιμο, ερευνήσιμο (π.χ. ένα κτίσμα, ένα κληροδότημα, ένα εργαστήρι βιοτεχνίας, ένα ιχθυοτροφείο, ένα μνημείο αφιερωμένο σε άτομο ή ομάδα, συνήθως τοποθετημένο σε δημόσιο χώρο ή στον τόπο όπου έλαβε χώρα κάποιο γεγονός) ή αναγνώσιμο.
β΄. Να τα ενθαρρύνουμε να το επισκεφτούν, να το ερευνήσουν (να το περιγράψουν, να μάθουν την ιστορία του), να το αφηγηθούν.
γ΄. Να διερευνήσουν ποια σημασία είχε ή έχει για την τοπική κοινωνία: οικονομική, εκπαιδευτική, πολιτική, άλλη.
δ΄. Να αναζητήσουν τα κίνητρα εκείνων που το δημιούργησαν, να μελετήσουν τη λειτουργία του και τις επιδράσεις του (στις συνειδήσεις ή γενικά στη ζωή της κοινωνίας).
ε΄. Να συνθέσουν μια σύντομη μελέτη γι’ αυτό. Ενδεχόμενα θα χρησιμοποιήσουν κάποια στιγμή το λαμπρό σύγγραμμα. Αλλά της Τοπικής Ιστορίας κύριος παιδαγωγικός στόχος είναι να παρακινήσουμε τα παιδιά: να παρατηρούν, να ερευνούν, να συνθέτουν το υλικό, να σκέπτονται, να αξιολογούν κάποιο θέμα Τοπικής Ιστορίας, να αφηγούνται μια δική τους σύνθεση γι’ αυτά, όχι να διδαχτούν ένα βιβλίο ακόμη, για περισσό φόρτο της σχολικής εργασίας τους. Τέτοιες σκέψεις έχουν διαβιβαστεί και με τις επίσημες υπηρεσιακές Οδηγίες περί Τοπικής Ιστορίας από το 1990 και ύστερα.
Ανάγκη να θυμίζουμε ότι επιδίωξη κάθε Πολιτείας είναι να διδάσκει την ιστορία της χώρας συνολικά, όχι να την κατακερματίζει τοπικιστικά. Άλλωστε, κάθε επιμέρους Ιστορία του νομού, ή του νησιού, ή ενός περιστατικού, ή άλλης ιστορικής πραγματικότητας κατανοείται μόνο στα πλαίσια του ευρύτερου όλου, της ιστορίας του κράτους, της ευρύτερης περιοχής, του κόσμου όλου.
Άλλωστε, ο χρόνος της σχολικής διδασκαλίας είναι ορισμένος και περιορισμένος και οποιαδήποτε παραχώρηση υπέρ της Τοπικής Ιστορίας καταλήγει σε εκτόπιση της ευρύτερης Εθνικής και Γενικής Ιστορίας.

8 Ιανουαρίου 2010

ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΚΑΡΑΓΚΟΥΝΙΚΩΝ ΕΘΙΜΩΝ
Οι Καραγκούνηδες έδιωχναν το κακό και γνωστοποιούσαν την αναγέννηση της φύσης με το έθιμο "Μπουλούκι".
Με την έλευση της νέας χρονιάς οι νέοι γνωστοποιούσαν στους κατοίκους την αναγέννηση της φύσης και την απομάκρυνση του κακού με την αναβίωση ενός πανάρχαιου εθίμου στο κέντρο του κάθε καραγκούνικου χωριού ανήμερα των Θεοφανείων. Το έθιμο «Μπουλούκι» ή «καβούκι», χάνεται στα βάθη των αιώνων χωρίς κανείς να θυμάται την εποχή που πρωτοεμφανίστηκε. Η ιστορία αναφέρει πως προήλθε από ένα κράμα εθίμων Διονυσιακής φύσεως, το οποίο αγκαλιάζεται με την αγάπη των κατοίκων του χωριού και της ευρύτερης περιοχής.
Η αναβίωση του εθίμου γίνεται με την πλήρη υποστήριξη των νέων, ανδρών ηλικίας 17 ως 19 ετών που ετοιμάζονται να υπηρετήσουν την στρατιωτική τους θητεία. Ανήμερα των Φώτων είκοσι (20) περίπου νέοι, με το πέρας της Θείας Λειτουργίας, μεταμφιεσμένοι σε τσολιάδες, νύφες, αρκούδες, γιατροί και διάβολοι, συγκεντρώνονται στο κέντρο του χωριού όπου ξεκινούν το χορό υπό τους ήχους παραδοσιακών τραγουδιών. Αργά το απόγευμα κι αφού επισκεφθούν τα σπίτια του χωριού, συνεχίζουν το χορό και το γλέντι έως το βράδυ.
Το «Μπουλούκι» αποτελεί ένα εορταστικό αφιέρωμα για το κλείσιμο του δωδεκαήμερου με αποκορύφωμα το κάψιμο του «Καβουκιού». Το «Καβούκι» ένα δημιούργημα από καλάμια και χαρτί τοποθετείται στο κεφάλι ενός νέου που είναι ο αρχηγός του εθίμου. Το βράδυ της Τετάρτης μόλις έπεσε το σκοτάδι το «καβούκι» παραδόθηκε στις φλόγες από τη σκούπα του «διαβόλου», ξορκίζοντας το κακό που έφεραν στο πέρασμα τους οι καλικάτζαροι.

1 Ιανουαρίου 2010

ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ-ΓΙΟΡΤΕΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΑΡΑΓΚΟΥΝΗΔΕΣ
Τεράστια επίδραση ασκούσε στην Καραγκούνικη ψυχή η γιορτή των Χριστουγέννων αλλά της Πρωτοχρονιάς, όπως και των Φώτων. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, νέες ετοιμασίες έκαναν οι νοικοκυρές, καθώς αργά τα μεσάνυχτα πήγαιναν στη βρύση και την άλειφαν με λίπα, ρίχνοντας νομίσματα, λίγο καλαμπόκι και στάρι. Οι νοικοκυρές σηκώνονταν τα χαράματα για να ζυμώσουν και να ψήσουν την βασιλοκλούρα, που ήταν, μια μπουγάτσια από σιταρένιο αλεύρι και πάνω είχε κεντήματα με το ψαλίδι, λουλούδια και σταυρούς. Μέσα σε αυτήν έβαζαν το φλουρί, ένα κλωναράκι κορομηλιάς, ένα σπυρί σιτάρι και λίγες τρίχες από την αγελάδα, σύμβολα ασφαλώς, εξηγεί ο εκπαιδευτικός, που κρύβουν ζωτική δύναμη, που είναι αναγκαία, για να εξασφαλιστεί η αφθονία και η ευημερία. Στην εκκλησία Σαν ξημέρωνε έπαιρνε όλη η φαμίλια το δρόμο για την εκκλησία με τα γιορτινά τους ρούχα. Μεγάλος άγιος στις συνειδήσεις των Καραγκούνηδων ο Βασίλειος. Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας, γυναίκες, άλλες μέσα στην εκκλησία και άλλες έξω μοίραζαν στους ενορίτες τεμάχια βασιλοκλούρας και πεντακάθαρο τυρί σαν την ψυχή του Άι-Βασίλη, που θα ήταν όλη τη χρονιά βοηθός τους και θα έφερνε ευτυχία στα σπίτια τους. Οι γριές αυτή τη μέρα άνοιγαν τα ανατολικά παράθυρα των σπιτιών τους, για να μπει ο καινούργιος χρόνος. Για να είναι δε γερά τα ζώα και τα πρόβατα ο νοικοκύρης έπαιρνε τη βασιλοκλούρα, που έφτιαχνε για αυτά και πήγαινε στο μαντρί, όπου με το τσομπάνη έσπαζε την κλούρα, στην πλάτη του κριαριού ή προβατίνας και έδινε μικρά τεμάχια για το καλό στα πρόβατα και τα έτρωγαν. Το ίδιο έκανε και στο στάβλο των ζώων όπου έσπαζε στη ράχη της αγελάδας την κλούρα, και έδινε ένα κομμάτι που το έτρωγε. Το μεσημέρι καθισμένοι όλοι στην ψάθα γύρω από το σοφρά περίμεναν με μεγάλη αγωνία και λαχτάρα την βασιλοκλούρα. Σαν την έβαζε η νοικοκυρά πάνω στην τάβλα ο σπιτονοικοκύρης την έκοβε σε ίσια κομμάτια. Ένα για το Χριστό και τα υπόλοιπα για τα μέλη της οικογένειας. Ο καθένας έπαιρνε από ένα κομμάτι. Όποιος πετύχαινε τις τρίχες της αγελάδας θα έφτιαχνε πολλά ζώα, όποιος το κλωναράκι της κορομηλιάς θα είχε πολλά αμπέλια και δένδρα και όποιος το σπυρί θα ήταν καλός και ευτυχισμένος γεωργός με άφθονους καρπούς. Αν πετύχαινε το φλουρί θα ήταν όλο το χρόνο ευτυχισμένος. Στην τάβλα τοποθετούσαν και ένα κουτάλι και πιρούνι για αυτόν που ήταν στα ξένα, ή το στρατιώτη από την οικογένεια. Τα Φώτα Οι Καραγκούνηδες τα έλεγαν Φώτα. Πίστευαν πως ήταν μεγάλη γιορτή, Θεότρομη. Την ημέρα αυτή, αγιάζονται τα νερά και φεύγουν τα παγανά. Την παραμονή των Φώτων ο παπάς γυρνούσε σ' όλο το χωριό μ' ένα μπακράτσιi με αγιασμένο νερό κι ένα ματσάκι βασιλικό και ράντιζε όλα τα σπίτια, προσθέτοντας: «Ψάλλοντας το τροπάριο: Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε. Τα σπίτια έλαμπαν: Θα περάσ' ου παπάς έλεγαν. Καθαροί και οι άνθρωποι. Έτσι αυτή τη μέρα έφευγαν τα καρκατζούλια. Οι χωριανοί έκαναν το σταυρό τους και ασπάζονταν το σταυρό, που κρατούσε στο χέρι του ο Παπάς. Οι νοικοκυρές έδωναν στον παπά την κλούρα, λίπα, γουρνοκόψιδα. Την ημέρα αυτή γυρνούσαν στο χωριό και οι γελαδαραίοι και μάζευαν κλούρες, λουκάνικα, γουρνοκόψιδα. Από το πρωί της ίδιας ημέρας γυρνούσαν και τα παιδιά 8-13 χρόνων με τις σούβλες στα χέρια και τις σακκούλες στον ώμο και τραγουδούσαν το σχετικό τραγούδι. Χαμογελαστές οι νοικοκυρές τους έδωναν γουρνοκόψιδα και δώρα. Το πρωί των Φώτων όλοι οι χωριανοί με τα γιορτινά τους κι ένα μπουκάλι με νερό ξεκινούσαν για την εκκλησία, για να φωτιστούν. Στο λαιμό του μπουκαλιού έδεναν ένα άσπρο σχοινί ή χορτάρι. Αυτά τα τοποθετούσαν στο δάπεδο μπροστά στο τέμπλο. Κατά την ώρα του Μεγ. Αγιασμού τα τοποθετούσαν κάτω από τον πολυέλαιο του Παντοκράτορος. Στο τέλος του αγιασμού ο παπάς σταύρωνε τρεις φορές το νερό πού 'ταν σε μια λεκάνη και ράντιζε τους πιστούς ψάλλοντας το σχετικό τροπάριο, καθώς και όλα τα μπουκάλια. Στο τέλος έβγαιναν έξω και αν ήταν καλός ο καιρός οι γυναίκες χόρευαν λικνιστούς χορούς. Μετά έφευγαν για τα σπίτια τους έχοντας μαζί τους και το αγιασμένο νερό. Σαν έφθαναν σ' αυτά τα ράντιζαν με το νερό, για να φύγουν τα καρκαντζούλια και νά 'ναι γεροί όλοι στο σπίτι. Ράντιζαν μετά με το νερό τους σταύλους και τους κήπους, καθώς και τα καρποφόρα δένδρα, για να φύγουν απ' αυτά τα σκουλήκια. Το απόγευμα πήγαιναν στα σιτάρια και στ' αμπέλια, τα οποία ερράντιζαν, για να έχουν καρποφορία και πλούσια σοδειά. Το νερό πίστευαν, πως είναι δύναμη γονιμοποιός και καθαρτήρια. Το βράδυ άφηναν έξω στα δένδρα το μπουκάλι με το νερό και όχι μέσα στο σπίτι. Μάλιστα το νερό αυτό το χρησιμοποιούσαν για τους ασθενείς ανθρώπους». Οι Καραγκούνηδες Οι Θεσσαλοί Καραγκούνηδες, επισημάνθηκε στη διάρκεια του 1ου ανταμώματος των Καραγκούνηδων που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στον Παλαμά, είναι γηγενείς και αυτόχθονες πληθυσμοί της Θεσσαλικής πεδιάδας, αποκλειστικά ελληνόφωνοι με πολιτιστικά στοιχεία που οι ρίζες τους φθάνουν βαθιά στις αρχαίες Θεσσαλικές φυλές. Ειδικότερα επισημάνθηκε πως από την Τουρκοκρατία ή τους διαδόχους τους τσιφλικάδες, που τότε ζούσαν σε ένα χαμόσπιτο (πλινθόκτιστο) μαζί με τα ζώα και τον κηπάκο, ήλθε στη συνέχεια η απαλλοτρίωση που ελευθέρωσε το σκλάβο της γης. Ο άνθρωπος του μόχθου, ο εργάτης του κάμπου, απέκτησε δικά του χωράφια. Άρχισε να ανασταίνεται και να σηκώνει τα μάτια του στα χαμηλά και ανήλιαγα σπίτια αλλά αναπνέει ελεύθερα. Λιτοδίαιτος και ξερακιανός δουλεύει ολημερής στα χωράφια και σιγά -σιγά ξεκολλάει από τις λάσπες αναβαθμίζοντας την ποιότητα της ζωής του. Επίσης παρουσιάστηκαν στοιχεία που συνθέτουν τον παραδοσιακό βίο και τα λαογραφικά δρώμενα των Καραγκούνηδων. Οι Καραγκούνηδες, αναφέρθηκε, ασχολούνταν με την γεωργία και ζούσαν στον κάμπο καλλιεργώντας τη γη τους με μεγάλα και μικρά ζώα. Κυριότερα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν ήταν ο αραμπάς, το κάρρο, το αλέτρι, η αξάνη, το τσεκούρι, η τριχιά ή συγκεριά και άλλα. Η διατροφή των Καραγκούνηδων ήταν λιτή αλλά καλή, αφού τα αγαθά, όσα παρήγαγαν, ήταν αγνά. Τα αρτίσιμα φαγητά , αναφέρθηκε ήταν το κατσαμάκι, ο τραχανάς, οι μπατζίνες, το στριφτό, η πισπινίτσα ή πλαστός, οι πίτες, αυγά, χηνάρια, ζίκια, κοτόπουλο μπουκοβάλα, λίπα με ψωμί, και τζέρος με ψωμί. Επίσης τονίστηκε ότι οι πίτες ψήνονται στη γάστρα με καύσιμο υλικό τι βουνιές από τις αγελάδες. Τα πιο βασικά οικιακά σκεύη ήταν ο μπουτινέλος, οι φτύνες, τα πλιθάρια, οι ψούρες, τα μπακράτσια, τα τσουκάλια, οι σουπιέρες, οι λαβίδες και άλλα. Τα νηστίσιμα φαγητά ή ξανάρια ήταν η παπάρα, οι ραγκστές, το τματς, το μπουράν η φάβα, τα φασούλια, αρβύθια , σκορδάρ', νερομπάμπαλη, ψωμί με σάλτσο λαχανοκεφτέδες κλπ. Οι Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας ενέπνευσαν ποιητές, συγγραφεί και λαογράφους, ενώ η περήφανη καραγκούνα η χιλιοτραγουδισμένη έγινε εθνικό σύμβολο. Παρά τις σκληρές συνθήκες διαβίωσης παλαιότερα και τις επιρροές της σύγχρονης εποχής, τονίστηκε ιδιαίτερα, οι Καραγκούνηδες κατάφεραν να κρατήσουν ζωντανή την παράδοση τους .

30 Δεκεμβρίου 2009



ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΝΕΜΟΡΦΑ ΤΡΙΚΑΛΑ, ΕΥΧΟΜΑΙ ΟΛΟΨΥΧΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΕΣΑΣ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΣΑΣ. ΠΟΛΛΕΣ ΕΥΧΕΣ ΓΙΑ ΥΓΕΙΑ-ΕΥΤΥΧΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΟΔΟ.

20 Νοεμβρίου 2009


Θερμότητα—θερμοκρασία
Η θερμότητα και η θερμοκρασία είναι έννοιες που συχνά χρησιμοποιούνται λάθος, η μια λέξη στη θέση της άλλης.
Θερμοκρασία είναι εκείνο το φυσικό μέγεθος που μας δείχνει πόσο ζεστό ή κρύο είναι ένα σώμα.
Για να μετρήσουμε με ακρίβεια τη θερμοκρασία ενός σώματος χρησιμοποιούμε τα όργανα που λέγονται θερμόμετρα.
Τη θερμοκρασία στην καθημερινή μας ζωή τη μετράμε σε βαθμούς Κελσίου (ο C).
Πχ. Σήμερα η θερμοκρασία στο Αγρίνιο είναι 15 ο C.
Το νερό αρχίζει να βράζει στους 100 ο C.
Οι επιστήμονες πάντως μετράνε τη θερμοκρασία με μια άλλη μονάδα τους βαθμούς Κέλβιν (ο Κ) .
Η θερμοκρασία 0 ο Κ αντιστοιχεί στους –273 ο C.
Στη θερμοκρασία 0 ο Κ αντιστοιχεί το απόλυτο ψύχος. Δηλ. το άκρο άωτο του ψύχους είναι οι –273 ο C. Δεν υπάρχει θερμοκρασία μικρότερη από αυτή.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το μηδέν της κλίμακας Κέλβιν δεν το έχουμε πετύχει σε κανένα εργαστήριο στη Γη.
Η θερμότητα είναι μια μορφή ενέργειας. Όταν δύο σώματα διαφορετικής θερμοκρασίας έρθουν σε επαφή, ενέργεια μεταφέρεται από το ζεστότερο στο πιο κρύο. Αυτή η μεταφερόμενη ενέργεια ονομάζεται θερμότητα.
Η θερμότητα ρέει αυθόρμητα πάντα από τα πιο ζεστά σώματα στα πιο κρύα σώματα.
Λέμε ότι δύο σώματα βρίσκονται σε θερμική ισορροπία όταν έχουν την ίδια θερμοκρασία.